Οι παλιές ταβέρνες – Ακόμα ένα ποτηράκι, ακόμα ένα τραγουδάκι…

Μερικές φορές οι θεματικές ενότητες των «Στιγμών» δικαιολογούν απόλυτα την ονομασία τους, γιατί αποτελούν, κυριολεκτικά, μια στιγμή «στη γλώσσα του χρόνου», η οποία κάθε φορά ενέχει στοιχεία εποχών πολύ μακριά ή πολύ κοντά σε εμάς. Είναι ένα περίεργο, θα λέγαμε, γαϊτανάκι νοσταλγίας, αναμνήσεων και ρομαντισμού, όπου τυλίγονται γλυκά το χθες με το σήμερα, ακόμα κι αν πρόκειται να αναφερθεί κανείς σε ένα «απλό» θέμα, όπως οι ταβέρνες και τα εστιατόρια.
Στο Τζάντε του 2014 βρίσκουμε, σήμερα, ό,τι ζητήσει η ψυχή μας, δεδομένου ότι υπάρχει πληθώρα εξαιρετικών καταστημάτων, που προσφέρουν εκλεκτές γεύσεις από όλο τον κόσμο.
Εάν, όμως, ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν, εστιάζοντας, κυρίως, στις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70, θα διαπιστώσουμε ότι η έξοδος για φαγητό αντιμετωπιζόταν με μια άλλη «οπτική» από ότι στις μέρες μας.

Η έννοια της ταβέρνας ήταν διαφορετική, διότι αποτελούσε, όπως γράφει ο Νικόλαος Βαρβιάνης, ένα κομμάτι της ζωής κάθε ζακυνθινού. Ήταν κάτι ανάλογο με τις εγγλέζικες «pubs», αλλά όχι όμοιο. Προσέφερε κρασί χύμα, απευθείας από το βαρέλι, όχι άλλα ποτά, ούτε φαγητά. Στην ταβέρνα υπήρχαν μερικά βαρέλια και μπροστά τους ξύλινα μακρόστενα τραπέζια με μακρόστενους πάγκους, για να κάθονται οι πελάτες. Εκεί πήγαιναν οποιαδήποτε ώρα να αγοράσουν κρασί για το σπίτι ή και να καθίσουν να πιουν. Το βράδυ συγκεντρώνονταν οι περισσότεροι θαμώνες, που κάθονταν γύρω στα τραπέζια, έφερναν τους μεζέδες από το σπίτι, συνήθως χαλβά, ελιές, κυδώνια και σκουράντζο (ρέγγα παστή), έπιναν σκέπτονταν, συζητούσαν, αστειεύονταν, τραγουδούσαν. Στον τοίχο της ταβέρνας ήταν πάντα κρεμασμένη μια κιθάρα και ένα μαντολίνο που τα χρησιμοποιούσαν, για να πουν τα τραγούδια τους, δηλαδή αρέκιες ή καντάδες.
Οι Ζακυνθινοί είναι χαρούμενοι και αισθηματικοί. Έτσι μέσα στις ταβέρνες, μετά τα πρώτα ποτήρια, τραγουδούσαν εύθυμες αρέκιες και αργότερα αισθηματικές καντάδες. Τραγουδώντας τις καντάδες, κάποιος θυμόταν την «Ιουλιέτα» του και έφευγε με την κιθάρα του, για να τραγουδήσει κάτω από το παράθυρο της εκλεκτής του τα αισθήματά του…
Έτσι, στης νύχτας τη σιγαλιά ακούγονταν πολλές φορές τα τρυφερά λόγια του τραγουδιστή:
«Της γης τα πλάσματα αποσταμένα
στου ύπνου γέρνουνε την αγκαλιά
μόνος άγρυπνος εγώ για σένα
γυρνώ στενάζοντας με έρμη καρδιά».

Τα αγαπημένα στέκια
Ωστόσο, εκτός από τις ταβέρνες, υπήρχαν και εστιατόρια, τα οποία προσέφεραν εκλεκτό φαγητό και πολλές φορές μουσική, είτε καντάδες είτε πιο σύγχρονα τραγούδια.
Διάσημες ταβέρνες και μαγέρικα ήταν του Μπάρμπα Γιάννη στο Κρυονέρι, του Βλατσέα στην οδό Λεωνίδα Ζώη (γνωστή για τις μάντσιες των θαμώνων της), τουΤάση και Μπάμπη Φουρνογεράκη ή Τσιλιώρη στο καντούνι του Άι Γιαννιού (εκεί κολάτσιζαν οι χωρικοί που έρχονταν στην πόλη), του Νικόλα Μοθωναίου στο πλάτωμα του Αγίου Παύλου, του Λαζάνη ή Κουζή απέναντι από την εκκλησία της Ανάληψης, του Ζωχιού πίσω από το Μητροπολιτικό Μέγαρο, ενώ εστιατόρια διατηρούσαν ο Σπύρος Καρδιανός στη θέση του σημερινού café «Base», το «Αυγό του Κόκορα» στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου και το «Λιμάνι της Καντάδας» στο Πόρτο, καθώς και μικρότερες στις συνοικίες.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι οι κάτοικοι της πόλης προτιμούσαν, την Καθαρά Δευτέρα, την Πρωτομαγιά και το καλοκαίρι τα εστιατόρια «Γρανάδα» του Τζώρτζη Πλατυπόδη (Καραχάλιου), «Μιμόζα» του Τάκη Παράσχη και «Χρυσή Ακτή» του Παναγιώτη Βυθούλκα, στο Αργάσι.
Επίσης, ανατρέχοντας σε εφημερίδες του ΄60 και του ’70, στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, με τη βοήθεια του Διευθυντή τη, Άκη Λαδικού, ανακαλύψαμε διαφημίσεις των εστιατορίων και ταβερνών, όπως της «Μιμόζας» και του Club «Αστέρια» («Ζακυνθινά Νέα», 1960), του «Μετζανότε» του Ντίνου Καλημέρη, της «Παληοκαλύβας» του Καπνίση, στη συμβολή των οδών Λούντζη και Κλαυδιανού, καθώς και του κοσμικού κέντρου «Μπουγαρίνι» των αδελφών Ρουμελιώτη στους Αμπελόκηπους («Ζακυνθινό Βήμα», 1979).
Σημειωτέον ότι από την «Μιμόζα» παρουσιάζει ενδιαφέρον το μενού («Το Μέλλον», 1964 – 1965), ενώ στις διαφημίσεις των αρχών της δεκαετίας του ’60, οι αριθμοί των τηλεφώνων είναι τριψήφιοι.