Ο «Λόφος του Κρεμασμένου» στου Φιολίτη Ζακύνθου

Γράφει ο Διονύσης Φλεμοτόμος
Η αληθινά φρικιαστική ιστορία του λαϊκού μάρτυρα της Ζακύνθου Γιάννη Κλαυδιανού του Φιολιταίου κράτησε μέχρι σήμερα άσβεστη στη θύμηση των ζακυνθινών και κυρίως των κατοίκων των χωριών της Ρίζας του νησιού και από στόμα σε στόμα μεταφέρεται και διασώζεται η διήγησή της, για να επιβιώνει και προ πάντων για να προβληματίζει και να παραδειγματίζει. Ο «Λόφος του Κρεμασμένου», όπως πολύ χαρακτηριστικά λέγεται το μικρό ύψωμα της Αγίας Ιερουσαλήμ, μετά το ανατριχιαστικό γεγονός, υπάρχει έντονα χαραγμένος στο νου όλων των νεότερων και υπογραμμίζει με την παρουσία του την θηριωδία της δήθεν «Προστασίας», που ήταν ένας από τους πολλούς λόγους που οδήγησαν τον αγέρωχο λαό του νησιού, αλλά και των άλλων Ιόνιων, στην αμετάκλητη επιθυμία τους για την Ένωσή τους με την προσφάτως απελευθερωμένη Ελλάδα.
Το ιστορικό αυτό γεγονός είναι σίγουρα γνωστό στους περισσότερους και υπάρχει καταγεγραμμένο στο έργο όλων των ιστορικών και ιστοριοδιφών του νησιού, μα και πολλών ξένων, αλλά απαιτείται να το θυμηθούμε, έτσι για την διατήρηση της μνήμης.
Στις 30 Σεπτεμβρίου με το παλιό ημερολόγιο (12 Οκτωβρίου, με το καινούργιο) του 1821 ο Ελληνικός στόλος συναντά τον Τουρκικό έξω από τη Ζάκυνθο και μια δύσκολη ναυμαχία ξεσπάει, που την κάνουν ακόμα δυσκολότερη οι κακές καιρικές συνθήκες. Κατά την διάρκειά της ένα τουρκικό καράβι, για να μην παραδοθεί, ξεφεύγει στον κόλπο του Λαγανά, που είναι άριστο φυσικό λιμάνι και ασφαλές καταφύγιο και στέκεται στην τοποθεσία Υψόλιθος. Εκεί αντιμετωπίζει την επίθεση των χωρικών της Ζακύνθου, που έχοντας παρακολουθήσει τον πολύωρο αγώνα, προσπάθησαν να το εμποδίσουν να αποβιβασθεί στην ακτή, παρέχοντας έτσι βοήθεια στους επαναστατημένους Έλληνες. Στο μεταξύ έφτασε ένα μικρό αγγλικό απόσπασμα στρατιωτών για να επιβάλλει την τάξη, μια και η Βρετανική πολιτική βρισκόταν προσκολλημένη φανερά στο άρμα της Ιερής Συμμαχίας και ήταν εντελώς εχθρική με την Ελληνική Επανάσταση. Ακολούθησε συμπλοκή, που σαν αποτέλεσμα είχε να σκοτωθεί ένας στρατιώτης και να τραυματισθεί ο αρχηγός του αποσπάσματος.
Τα αντίποινα για όλα αυτά ήταν φοβερά. Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος όχι μόνο στη Ζάκυνθο, αλλά και σε όλα τα Επτάνησα και άρχισα οι συλλήψεις και οι ανακρίσεις. Ανάμεσα στους συλληφθέντες, που οδηγήθηκαν στο στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε θάνατο με απαγχονισμό, ήταν και ο νεαρός Γιάννης Κλαυδιανός από το χωριό Φιολίτης.
Η εκτέλεσή του έγινε, όπως και των άλλων τεσσάρων (Οι άλλοι τέσσερις ήταν οι: Θεόδωρος Πέττας ή Γλάρος, Διονύσιος Κοντονής, Παναγιώτης Ρουμελιώτης και. Αντώνιος Τζούκος ή Γράμψας) στην πλατεία του Αγίου Νικολάου του Μώλου και το πτώμα του, αφού κατεβάστηκε από την κρεμάλα, περιτυλίχτηκε με πίσσα, κατά τη γνωστή βρετανική συνήθεια, και μετά τοποθετήθηκε σε σιδερένιο κλουβί και μεταφέρθηκε στον τόπο της καταγωγής του, στο χωριό της Ρίζας Φιολίτης και κρεμάστηκε απέναντι ακριβώς από το σπίτι του, στο Λόφο της Αγίας Ιερουσαλήμ.
Η δύστυχη μητέρα του, αντικρίζοντας καθημερινά το λείψανο του παιδιού της, που παρέμεινε εκεί για πολλές δεκαετίες, και μην μπορώντας τίποτα να κάνει, τρελάθηκε και γύριζε στους δρόμους, προτρέποντας τους περαστικούς να δουν το μακάβριο θέαμα.
Το αποτρόπαιο αυτό γεγονός, που δείχνει ξεκάθαρα την πολιτική της δήθεν «Προστασίας» των Επτανήσων και τα μαρτύρια του λαού της, που προέκυψαν από αυτήν, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ενέπνευσε πολλούς τεχνίτες του λόγου και του χρωστήρα, που με την δική του τέχνη ο καθένας, το αποθανάτισαν και το καταχώρησαν στην αιωνιότητα της ιστορίας.
Ας γνωρίσουμε ενδεικτικά έναν από τους γνωστότερους ζακυνθινούς λογοτέχνες, που ασχολήθηκαν μ’ αυτό, τον πολυτάλαντο Διον. Ρώμα, μια και όπως λέει ο ποιητής – ευαγγελιστής Ιωάννης «εν αρχή ην ο Λόγος».
Στην εφημερίδα «Ελευθερία», με την οποία συνεργαζόταν, δημοσίευσε στις 28 Οκτωβρίου του 1954, λίγες μέρες μετά, δηλαδή, από την επέτειο του γεγονότος, την ημέρα της εθνικής μας γιορτής και έναν περίπου χρόνο μετά την οριστική καταστροφή του νησιού του από τον σεισμό, την φωτιά και την ανθρώπινη αδιαφορία, ένα κείμενό του, που ο ίδιος χαρακτηρίζει νουβέλα, που σ’ αυτό ξαναγυρίζει στις αιματοβαμμένες εκείνες μέρες του Φθινοπώρου του 1821, θυμάται την βρετανική θηριωδία και την παραλληλίζει με την ανάλογη των ημερών του, που δεν είναι άλλη από αυτήν του ως σήμερα άλυτου Κυπριακού, που τότε απασχολούσε όσο ποτέ άλλοτε τη χώρα μας.
Η στροφή του Ρώμα στην χρονιά ορόσημο του 1821 δεν γίνεται μόνο για να θυμηθεί και να θυμίσει τα αιματηρά γεγονότα του Υψόλιθου της Ζακύνθου και τον άδικο χαμό του Γιάννη Κλαυδιανού του Φιολιταίου, αλλά προσπαθεί στο κείμενό του αυτό να εντοπίσει και να συνοψίσει την όλη ανθελληνική πολιτική της «Γηραιάς Αλβιώνος» απέναντι στην Ελλάδα και τον ξεσηκωμό της και να ξεχωρίσει έντεχνα και σοφά το φαινόμενο του εκ της ίδιας χώρας φιλελληνισμού, που, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει είναι δείγμα «αντιαγγλικής» χειρονομίας. Αξίζει να γνωρίσουμε ένα μικρό, αλλά πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα του συνοπτικού, μα λαλίστατου αυτού κειμένου, του γραμμένου στο ύφος που μόνο ο «τελευταίος Κόντες των γραμμάτων» μας μπορούσε να δώσει:
«…Η επίσημη ιστορία μας παραβλέπει συνήθως (και πολύ σωστά ίσως) την αγγλική τάση κατά τα πρώτα χρόνια του Αγώνα και προτιμάει να τονίζει τον φιλελληνισμό του Βύρωνα και των άλλων Άγγλων αγωνιστών, τα δάνεια που μας παραχωρήσανε και την πρωτοβουλία τους στο Ναυαρίνο που έκανε δυνατή την ίδρυση ενός νεοελληνικού κράτους. Σε γενικές βέβαια γραμμές δεν υπάρχει λόγος να διαφωνήσουμε: τα στερνά τιμούν τα πρώτα! Μια προσεκτική όμως μελέτη του όλου ζητήματος φανερώνει μερικές «λεπτομέρειες» ικανές να ψυχράνουν λιγάκι τον ενθουσιασμό μας. Πρώτα – πρώτα λοιπόν η αγγλική πολιτική ως το 1826 υπήρξε σαφέστατα ανθελληνική! Αν ο Βύρων ξεκίνησε για το Μεσολόγγι, αυτό ήταν μια ακόμα από τις τόσες «αντιαγγλικές» χειρονομίες του μεγάλου ποιητή που βρισκότανε σε απόλυτη διάσταση με τους συμπατριώτες του και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνει ό,τι τους δυσαρεστούσε! Ύστερα ο «φιλελληνισμός» δεν ήτανε φρούτο αποκλειστικά αγγλικό, αλλά ένα από τα ισχυρότερα «πνευματικά ρεύματα» του ρωμαντισμού…». Στην συνέχεια ο σημαντικός ζακυνθινός συγγραφέας και στοχαστής περνάει στην περίπτωση των Επτανήσων, σκιαγραφεί την λεγόμενη Αγγλική Προστασία και εξιστορεί όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στο «δράμα του Γυψόλιθου» και την απανθρωπιά του Λόφου της Αγίας Ιερουσαλήμ στο χωριό Φιολίτης.
Το περιεκτικότατο αυτό κείμενο του Διονύση Ρώμα είναι μια ουσιαστική περίληψη των Αγγλοελληνικών σχέσεων, που ξεκινούν πολύ παλιά, περιλαμβάνουν μεγάλο φάσμα της ιστορίας μας και δεν σταματούν στο πισσωμένο λείψανο του Γιάννη Κλαυδιανού και των άλλων μαρτύρων, αλλά φτάνουν, κατά μιαν άποψη, και στις μέρες μας, με τον σύγχρονο τουρισμό. Γράφτηκε, όπως ήδη αναφέραμε, για να φωτίσει και επτανησιακά τα πρόβλημα του Κυπριακού και αποδεικνύει περίτρανα πως η ιστορία επαναλαμβάνεται διαρκώς και αενάως. Αντιγράφουμε λίγες μόνο γραμμές από το κείμενο, που όπως πιστεύουμε είναι η περίληψη της περίληψής του:
«… Σήμερα, με την υπόθεση της Κύπρου, οι σχέσεις μας έχουνε φθάσει στο αδιέξοδο χάρις ακριβώς στα προσόντα εκείνα που είχαν στερεώσει την αμοιβαία μας πίστη! Όταν το μπουλντόγκ δαγκάνει και δεν θέλει να ξεκολλήσει από δικό μας κρέας, τότε βέβαια νοιώθουμε μιαν βαθειά αντιπάθεια για το πείσμα του. Κι’ όταν εμείς σηκώνουμε μπαϊράκι κι’ αδιαφορώντας για τις συνέπειες επιμένουμε να ζητούμε το δίκιο μας, οι Άγγλοι βρίσκουνε το «Αμόκ» αυτό άστοχο, βλαβερό για τη συνοχή του Δυτικού Κόσμου και γενικά «αντισυμμαχικό»! Με άλλα λόγια δηλαδή οι δυο λαοί μας αγανακτούνε αυτή τη στιγμή γιατί «ανακαλύπτουνε» ότι όσο μεγάλη και αν είναι η φιλία που τους ενώνει, δεν φτάνει σε βαθμό τέτοιο που να τους επιβάλει την παραμικρή υποχώρηση…». Τα σχόλια σίγουρα περιττεύουν.
Η νουβέλα αυτή του Διονύση Ρώμα περιέχεται και στο τέλος του τέταρτου τόμου των χρονογραφημάτων του, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1993, με την επιμέλεια του Αναστασίου Δημητρακόπουλου και περιέχει, όπως ο ίδιος ο επιμελητής σημειώνει στα προλεγόμενά του, τα ως τότε ανέκδοτα σχετικά κείμενα του συγγραφέα, από τις ενότητες «Σήμερα και Χθες» και «Λίγο απ’ όλα». Από τις υπόλοιπες νουβέλες του Διονύση Ρώμα δύο έχουν δημοσιευθεί στον πρώτο τόμο των «Χρονογραφημάτων» και πέντε στα «Ζακυνθινά».
Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το κείμενο και να καταλάβουμε πιο ουσιαστικά τις προεκτάσεις του πρέπει σίγουρα να θυμηθούμε και τις δυο βασικές ιδιότητες του δημιουργού του, αυτήν του συγγραφέα και αυτήν του πολιτικού. Έτσι η αξία του είναι αναμφίβολα δισυπόστατη.