Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθο: Ένας κόσμος γνώσης και ονείρων

Η Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζακύνθου υπήρξε για πολλά παιδιά της δικής μου γενιάς έναν κόσμο γνώσης και ονείρων, γιατί το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στη ζωή και ένας συνεχόμενος διάλογος με συγγραφείς, ποιητές και μελετητές, δηλαδή, με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.
Γνώριζα ότι η Βιβλιοθήκη μας είναι από τις παλαιότερες και πλουσιότερες στην Ελλάδα –εξ ου και η προσωνυμία της «Ιστορική», γιατί αποτελεί συνέχεια της Βιβλιοθήκης που ιδρύθηκε το 1628- εκείνο που δεν ήμουν σε θέση να γνωρίζω είναι το πλήθος των πολύτιμων εκθεμάτων και χειρογράφων, αλλά το μεγάλο αριθμό και των σπάνιων και ανεκτίμητων βιβλίων της.
Λένε ότι όταν αγαπάς κάτι αληθινά, δεν σε προδίδει ποτέ. Μάλλον είναι αλήθεια, γιατί η Δημόσια Βιβλιοθήκη λειτουργεί σήμερα, χάρη στο πάθος, την αγάπη και το μεράκι της απερχόμενης Διευθύντριας, Χριστίνας Λούντζη, η οποία έσωσε κυριολεκτικά το Ίδρυμα, από την εγκατάλειψη και το ενδεχόμενο κλείσιμο. Όμως, το πιο σημαντικό από όλα είναι το γεγονός ότι επανατοθέτησε τη Βιβλιοθήκη στη θέση που της αξίζει, ως έναν ζωντανό οργανισμό, ο οποίος είναι πολύτιμος για τη μελέτη της ιστορίας και του πολιτισμού μας.
Μεταξύ των ενεργειών της κ. Λούντζη, το ελάχιστο χρονικό διάστημα, που αποσπάστηκε στη Βιβλιοθήκη – σχεδόν είκοσι μήνες, γιατί συνταξιοδοτήθηκε- ήταν να αναδείξει μερικούς από τους πολύτιμους θησαυρούς που φυλάσσονται στο Ίδρυμα, όπως οι σπάνιες εκδόσεις που δημοσιεύσαμε στο φύλλο της περασμένης Παρασκευής.

Η Χριστίνα Λούντζη αποκαλύπτει το αρχείο του Μαρίνου Σιγούρου
Σήμερα, θα δημοσιεύσουμε ένα τμήμα του αρχείου του διάσημου ζακυνθινού ποιητή, τελευταίου απογόνου της οικογένειας του Αγίου Διονυσίου, Μαρίνου Σιγούρου, το οποίο ανακάλυψε στη Βιβλιοθήκη η κ. Λούντζη. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί, όπως είναι γνωστό, θεωρείτο ότι όλο το Αρχείο του Μαρίνου Σιγούρου βρισκόταν στην κατοχή του Φαίδωνος Μπουμπουλίδη. Όμως, ο ποιητής είχε δωρίσει, το 1961, μέρος του στη Βιβλιοθήκη, υπάρχει, πλέον, και ένα μικρό μέρος του στη Ζάκυνθο, το οποίο εκτίθεται σε ειδική προθήκη στον προθάλαμο του Ιδρύματος.
Στα εκθέματα περιλαμβάνονται:
– Τα χειρόγραφα «Προξενικά ζητήματα», Παρίσι, 1908.
– Ένα σπάνιο χειρόγραφο (1826) του παππού του, Διονυσίου Έκτορος Σιγούρου, διάσημου γιατρού της εποχής, στο οποίο εμπεριέχεται η οικονομική διαχείριση της οικίας του.
– Η προέκδοση του ποιήματος «Δρόμος της ζωής», με ιδιόχειρες διορθώσεις, Αλεξάνδρεια Ιανουάριος 1927
– Το ποίημα «Το Βιολί των Αθιγγάνων. Ζάκυνθος, Ιούνιος 1906.
– Ο διορισμός του ως Γενικού Προξένου στη Νάπολη, 1923.

Μαρίνος Σιγούρος
Ο Μαρίνος Σιγούρος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στις 26 Δεκεμβρίου 1885. Ήταν γιος του γιατρού Έκτορος και της Μαριάννας, η οποία καταγόταν από την ιταλική δουκική οικογένεια των Σφόρτσα. Διδάχτηκε τα πρώτα του μαθήματα σε ιδιωτική σχολή στη Ζάκυνθυο και το Σχολαρχείο, ενώ, στη συνέχεια, φοίτησε, στην Αθήνα, στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο «Εθνικό Λύκειο», σε όλες τις τάξεις του Γυμνασίου, εκτός από την τελευταία, αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο του νησιού.
Αναγορεύτηκε διδάκτορας της Νομικής Σχολής Αθηνών, το 1908. Κατόπιν, πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα Δημοσίου Δικαίου, Ιστορίας και Φιλοσοφίας. Όταν επανήλθε στην Ελλάδα, εντάχθηκε, μετά από διαγωνισμό, στο διπλωματικό σώμα και το 1909 διορίστηκε ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ το επόμενο έτος προάχθηκε σε Γραμματέα του Γενικού Προξενείου στη Σμύρνη, από το οποίο μετατέθηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη.
Ακολούθως, του ανατέθηκε η διεύθυνση των Υποπροξενείων στο Αϊβαλί και την Σαμψούντα. Στον πόλεμο του 1912 συμμετείχε, ως απλός στρατιώτης, στην κατάληψη της Χίου και της Φλώρινας.
Το 1914 διορίστηκε Γραμματέας της Ελληνικής Πρεσβείας στο Κάιρο και το 1917 του ανατέθηκε η διεύθυνση του Γενικού Προξενείου της Νάπολης, ενώ μετατέθηκε αργότερα στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών. Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Γενικός Πρόξενος στη Βενετία (1922), στο Παρίσι (1925), στην Αλεξάνδρεια (1926) και στη Ρουμανία (1928).
Παραιτήθηκε το 1932, αλλά το 1947 του ανατέθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών ειδική αποστολή στην Ελληνική Πρεσβεία στη Ρώμη, όπου εργάστηκε ώστε να αναγνωριστούν στο ελληνικό κράτος να ρυθμίζει τα πράγματα των ελλήνων υπηκόων στη Βενετία, επιτυγχάνοντας το στόχο που είχε θέσει από το 1922, όταν ήταν Γενικός Πρόξενος στη Βενετία, δηλαδή, την ίδρυση του Ινστιτούτου Μεταβυζαντινών σπουδών, όπου άλλοτε είχαν ακμάσει τα ελληνικά γράμματα και έδρασαν και σπούδασαν πρόγονοί του.

Το έργο του
Λόγιος με πλούσια πνευματική δραστηριότητα, ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος. Συνεργάστηκε ήδη από το 1901, με πολλά περιοδικά (Εθνικόν Ημερολόγιον, Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, Παναθήναια, Πινακοθήκη, Νέα εστία κ.ά.), δημοσιεύοντας άρθρα και ποιήματά του. Εκπόνησε, επίσης, αριστοτελικές μεταφράσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται οι Χαρακτήρες του Θεόφραστου (1910), ποιήματα των Φώσκολου, Γκαίτε, Σίλλερ, Πόε, Τέννισον κ.ά.
Φρόντισε τέλος για την έκδοση έργων των Γ. Τερτσέτη, Ι. Τυπάλδου, Ιάκωβου Πολυλά και Στ. Μαρτζώκη και έγραψε κριτικές εισαγωγές σε εκδόσεις λογοτεχνικών έργων των εκδόσεων Φέξη.
Υπέγραφε και με το αρχικό «Ω».
Δημοσίευσε την ποιητική συλλογή Άσβυστη Φλόγα και τον συγκεντρωτικό τόμο Εκλεκτές σελίδες , όπου περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζά, καθώς και μεταφράσεις του.
Ανήκει στους «επιγόνους», δηλαδή τους τελευταίους ποιητές της Επτανησιακής σχολής, αλλά και στους σημαντικούς κριτικούς και ιστορικούς της επτανησιακής λογοτεχνίας.