Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: Εκατό χρόνια μετά… Η Ζάκυνθος στα χρόνια της φωτιάς

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται, εφέτος, από την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκαλείτο η πρώτη παγκόσμια σύρραξη (1914 – 1918), η οποία δεν έλυσε τις διαφορές των αντιμαχόμενων πλευρών, δηλαδή της «Αντάντ» και των «Κεντρικών Δυνάμεων», αλλά δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερες, με επακόλουθο να οδηγηθεί η ανθρωπότητα στον αιματηρό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τα αίτια, οι αφορμές και τα όσα σχετίζονται με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι γνωστά και η βιβλιογραφία πολύ πλούσια. Για το λόγο αυτό, στο σύντομο αφιέρωμά μας, θα αναφέρουμε τα τεκταινόμενα στο νησί στα χρόνια της φωτιάς, με οδηγό τις καταγραφές του Λεωνίδα Ζώη και του Ντίνου Κονόμου, παρουσιάζοντας τα σημαντικότερα γεγονότα από τον Αύγουστο του 2014 έως το 1918.
Γράφει, λοιπόν, ο Ντίνος Κονόμος, περιγράφοντας το πολιτικό κλίμα της εποχής:
[…] Στις εκλογές της 31ης Μαΐου/ 13 Ιουνίου 1915, που έδωσαν ισχυρή πλειοψηφία στον Ελευθέριο Βενιζέλο, εκλέχτηκαν ως βουλευτές Ζακύνθου οι υποψήφιοι του Ρωμιάνικου κόμματος, Ιωάννης Κ. Βούλτζος, Ροβέρτος Κ. Ρώμας και Θεόδωρος Γκούσκος. Ο Κωνσταντίνος Αργασάρης Λομβάρδος, ηγέτης του Λομβαρδιανού κόμματος, απότυχε, όπως στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 και 2 Φεβρουαρίου 1905. Οι άλλοι δύο υποψήφιοι του Λομβαρδιανού κόμματος, που απότυχαν κι αυτοί, ήταν οι Νικόλαος Μουζάκης και Δημήτριος Μαυρομάτης.
Η εφημερίδα «Ο Φρουρός», δημοσιεύοντας τα γενικά αποτελέσματα της εκλογής της 31ης Μαΐου / 13 Ιουνίου 1915, έγραφε: «Δόξα και τιμή εις την Ζάκυνθον. Παμψηφίαν εις ολόκληρον τον βενιζελικόν συνδυασμόν. Ο Ροβέρτος Ρώμας ετάχθη υπό την σημαίαν του Βενιζέλου».
Όπως είναι γνωστό, από την εποχή εκείνη άρχισε η κατάρα του εθνικού διχασμού ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους βασιλόφρονες, που έριξε και στη Ζάκυνθο την απαίσια και μαύρη σκιά της.
Τα δύο μεγάλα και ισχυρά κόμματα, οι Ρωμιάνοι και οι Λομβαρδιανοί, εντάχθηκαν οι πρώτοι με τους βενιζελικούς και οι δεύτεροι με τους βασιλόφρονες. Το τοπικό «Κέντρο του Κόμματος των Φιλελευθέρων», απαρτιζόμενο από δραστήριους έμπορους κι επιστήμονες, επηρέασε από την αρχή και κατάκτησε ιδεολογικά την ιστορική λέσχη «Ο Ζάκυνθος», επίσημο κέντρο των Ρωμιάνων. Έτσι το δημιουργημένο από αρκετά χρόνια πριν πολιτικό ανακάτωμα του τόπου έφτασε στο κορύφωμά του. Οι συντηρητικοί έγιναν προοδευτικοί και οι Λομβαρδιανοί βασιλόφρονες.
Είναι γνωστά τα αίτια της εθνικής πολιτικής διαίρεσης, που στοίχησε τόσο ακριβά στο Γένος των Ελλήνων. Οι βενιζελικοί αγωνίζονταν και πάσκιζαν να βγει η Ελλάδα στο διεξαγόμενο τότε παγκόσμιο πόλεμο σαν σύμμαχος της Entente, ενώ οι βασιλόφρονες αντιδρούσαν και ήθελαν ουδετερότητα, η οποία, όμως, ευνοούσε τις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε αποδεχτεί την αποβίβαση των συμμαχικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη, για να βοηθήσουν τη Σερβία, υποχρεώθηκε από τον Κωνσταντίνο σε παραίτηση (5 Οκτωβρίου 1915).
Είναι γνωστό, επίσης, ότι στις εκλογές της 6/19ης Δεκεμβρίου 1915, οι βενιζελικοί έκαμαν αποχή, διαμαρτυρόμενοι για την παράνομη διάλυση της Βουλής. Έτσι κέρδισαν ανεμπόδιστα και άνετα τα φιλογερμανικά κόμματα, που υποστήριζαν την ουδετερότητα.
Στη Ζάκυνθο ψηφίστηκαν ως Βουλευτές οι φιλοβασιλικοί υποψήφιοι του Λομβαρδιανού κόμματος Κωνσταντίνος Αργασάρης Λομβάρδος, Νικόλαος Μουζάκης και Σπυρίδων Λ. Καρρέρ.
Με τον σχηματισμό επαναστατικής προσωρινής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη από τους Ελευθέριο Βενιζέλο, ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή, η ελληνική επικράτεια χωρίστηκε σε δύο κέντρα εξουσίας. Η μία κυβέρνηση, των βενιζελικών, έδρευε στη Θεσσαλονίκη, και η άλλη, των βασιλοφρόνων, στην Αθήνα. Οι Αγγλο-Γάλλοι ενίσχυσαν την πρώτη και απόκλεισαν τη δεύτερη. Οι ίδιοι, ανάμεσα σ’ άλλες οχυρές θέσεις κατέλαβαν και τα Ιόνια Νησιά, εκτός από τη Λευκάδα, που την είχαν αποκλείσει κι αυτή.
Στο μεταξύ, από τις αρχές του Γενάρη του 1916, η Ζάκυνθος αντιμετώπιζε μεγάλες δυσκολίες στο εμπόριο, στη γεωργία και στον επισιτισμό της. Αιτία ο ανεπίσημος, αλλά εξακολουθητικός αποκλεισμός των Αγγλο-Γάλλων. Από την άλλη μεριά, ο φανατισμός του τοπικού βενιζελικού και αντιβενιζελικού τύπου έριχνε αδιάκοπα λάδι στη φωτιά, για το φούντωμα της τόσο γνώριμης, από το παρελθόν, αλληλομαχίας των ντόπιων. Ευτυχώς, ο πολιτικός ανταγωνισμός, αυτή τη φορά, ήταν αναίμακτος, όχι όμως και χωρίς επεισόδια, συλλαλητήρια, κ.λπ. Η ίδρυση τοπικού παρακλαδιού της γνωστής αντιβενιζελικής οργάνωσης «Σύνδεσμος των Επιστράτων», καθώς επίσης ο ταχυδρομικός και τηλεγραφικός έλεγχος από εγκατεστημένη στο νησί γαλλική φρουρά, όξυναν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Τέλος, ο αποκλεισμός επισημοποιήθηκε τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου και σε λίγο ακολούθησε γαλλική απόβαση στο νησί (1/13 Δεκεμβρίου 1916).
Το χρονικό της γαλλικής κατοχής στη Ζάκυνθο (1/13 Δεκεμβρίου 1916 έως 18 Ιουνίου / 1 Ιουλίου 1917) προβάλλει ανάγλυφο μέσα από τον τοπικό τύπο της εποχής εκείνης. Οι εφημερίδες του νησιού «Ελπίς» (μετριοπαθής φιλοβασιλική), «Ο Φιλελεύθερος» (βενιζελική) και το «Νέον Φως) (φιλοβασιλική) αποτελούν αναντικατάστατη και βασική πηγή του χρονικού εκείνου.

Η γαλλική κατοχή ευνόησε και δυνάμωσε τους βενιζελικούς, ενώ απομόνωσε και κατάτρεξε τους βασιλόφρονες. Η πολιτική λέσχη «Ο Λομβάρδος» καταλήφτηκε αυθαίρετα κι έγινε κατάλυμα των Σενεγαλέζων, που είχαν στρατονιστεί, επίσης, στο Θέατρο και στο Κάστρο. Ανάμεσα στα δεινά της ξένης αυτής κατοχής, το μεγαλύτερο, για τον τόπο, ήταν η ολοκληρωτική έλλειψη ψωμιού και άλλων τροφίμων. Ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, ιδιαίτερα γέροντες και παιδιά, οδηγήθηκε από την πείνα στον τάφο. Τα χόρτα είχαν εξαντληθεί από τη γενική χρήση κι ο κόσμος τρεφόταν, αποκλειστικά, με σπερδούκλια (ασφόδελους).
Η επιφυλακτική και μετριοπαθής στάση των φιλοβασιλικών βουλευτών και άλλων αρχών της Ζακύνθου απέναντι στους άριστα οργανωμένους βενιζελικούς, που υπαγορεύτηκε από τις πρώτες κιόλας στιγμές της γαλλικής κατοχής του Νησιού από την κυβέρνηση της Αθήνας αποτέλεσε θετικό κι εποικοδομητικό στοιχείο της αναίμακτης πολιτικής αναμέτρησης των ντόπιων. Η απαγόρευση της οπλοφορίας και τα άλλα κατασταλτικά μέτρα των αρχών του νησιού, που εφαρμόστηκαν αυστηρά και αποτελεσματικά, βοήθησαν αποφασιστικά στην αποφυγή αιματηρών συγκρούσεων.
Ωστόσο, η πολιτική οξύτητα και ο φανατισμός των δύο πολιτικών παρατάξεων, όχι μόνο δεν κόπασε, αλλά και αύξαινε αδιάκοπα σ’ όλο το διάστημα της ξένης κατοχής. Από την άλλη μεριά, θα πρέπει να ομολογηθεί ότι την εθνικο-πολιτική και κοινωνική σημαία του κόμματος των φιλελευθέρων Ζακύνθου κρατούσαν άνθρωποι καλλιεργημένοι, προοδευτικοί και αγωνιστές. Απαράλλαχτα και με τον ίδιο δυναμισμό αντιπαρατάχθηκε στους βενιζελικούς η ηγεσία των υπέρτερων αριθμητικά βασιλοφρόνων, που έδειξε κι αυτή αληθινές αρετές πολιτικής τόλμης, ευψυχίας και διπλωματίας. Ανάμεσα στις δύο αντίπαλες παρατάξεις, οι βενιζελικοί του νησιού αντιπροσώπευαν ολοφάνερα το πνεύμα της κοινωνικο-πολιτικής αλλαγής και ιστορικής εξέλιξης. Η μόνη, αλλά και βασική αδυναμία των βενιζελικών, ήταν ότι το ιδεολογικό και πολιτικό τους πιστεύω στηριζόταν στις λόγχες των Σενεγαλέζων. Η βία (και μάλιστα του ξένου) αφανίζει και θάβει τον ελεύθερο και δημοκρατικό διάλογο. Έτσι, μαζί με το άλυτο πρόβλημα της πείνας, άναβε και φούντωνε ο αντιβενιζελισμός του νησιού.
Η γαλλική κατοχή της Ζακύνθου, με τη φρίκη του καθημερινού φάσματος της πείνας και τον ασυνθηκολόγητο πεισματικό ανταγωνισμό των δύο τοπικών πολιτικών παρατάξεων, είχε κι άλλες ευρύτερες ανακατατάξεις ή επιπτώσεις στους υπερευαίσθητους ανέκαθεν χώρους των κοινωνικών τάξεων του νησιού. Είναι δύσκολο να προσδιοριστούν ακριβώς οι ανακατατάξεις αυτές, που είχαν αντιλεγόμενο εθνικο-κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Ένα, όμως, είναι βέβαιο μέσα στο θολό και ρευστό ιδεολογικό ανακάτωμα της εποχής εκείνης. Οι αγρότες του νησιού, για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, άρχισαν ν’ αποκτούν συνείδηση του συνεταιριστικού και μαχητικού πνεύματος. Οι βενιζελικοί, έχοντας ως στόχο την ευκαιριακή κατοχική πολιτική εκμετάλλευση, αγκάλιασαν και υποστήριξαν όλα τα αιτήματα των αγροτών, και ιδιαίτερα εκείνο της υποχρεωτικής διάλυσης των αγροτικών τετάρτων, που κρατούσαν αιώνες ολόκληρους τον σέμπρο δεμένο με τον αφέντη του άρχοντα.
Η κατάλυση των βασιλικών αρχών από τους οργανωμένους βενιζελικούς και η προσχώρηση του Νησιού στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας Θεσσαλονίκης, μέσα στο βαρύ ανταγωνιστικό κλίμα των απελάσεων κ.λπ., έφεραν ακόμα κοντινότερα στην αγωνιστική πολιτική κονίστρα της Ζακύνθου τους προοδευτικούς αγρότες της. Οι πατριωτικοί λόγοι των ντόπιων βενιζελικών ρητόρων πλαισιώθηκαν από μια μεγάλη μερίδα του αγροτικού κόσμου, ενώ οι αστοί και οι άρχοντες εξακολουθούσαν να είναι μοιρασμένοι (και συχνά μάλιστα ν’ αλληλοαλλαξοπιστίζουν) ανάμεσα στις δύο αντίμαχες τοπικές παρατάξεις.
Αληθινό σταθμό στην πολιτική ιστορία του Νησιού αποτέλεσε η διοίκηση, αλλά και ο σπουδαίος λόγος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, όταν έφτασε στη Ζάκυνθο από τη Θεσσαλονίκη ως κυβερνητικός αντιπρόσωπος Ιονίων Νήσων και Ηπείρου. Ο λόγος αυτός του Παπαναστασίου εκφωνήθηκε από τον εξώστη της Νομαρχίας Ζακύνθου και είχε μεγάλη επίδραση στους ντόπιους προοδευτικούς.
Ο Φίλιππος Λ. Καρρέρ, που είχε αλλαξοπιστήσει κι αυτός (από Ρωμιάνος έγινε Λομβαρδιανός), απολύθηκε από Δήμαρχος Ζακυνθίων. Έτσι ασκούσε καθήκοντα «δημαρχούντος» ο Νικόλαος Λογοθέτης. Την πρώτη Απριλίου 1917 διορίστηκε Δήμαρχος Ζακυνθίων ο τότε δημοτικός σύμβουλος Νικόλαος Καραμαλίκης. Οι αποστολές τροφίμων εξακολούθησαν, όπως αναφέρεται στις τοπικές εφημερίδες. Ιδού και δύο σύντομες, αλλά χαρακτηριστικές ειδήσεις:
–Αθρόοι προσέρχονται καθ’ εκάστην και εγγράφονται προς εθελουσίαν κατάταξιν ημέτεροι συμπολίται εκ τε της πόλεως και της εξοχής• οι μέχρι της χθες εγγραφέντες συμποσούνται περί τους πεντακόσιους.
–Πλήρης τάξις και ησυχία επικρατεί καθ’ όλον τον νόμον, ουδεμία εγκληματική πράξις κατηγγέλθη εις τα αρμοδίους αρχάς.

Το 1920 ο πληθυσμός της Ζακύνθου είχε μειωθεί δραματικά, εξαιτίας κυρίως του κύματος μετανάστευσης και του μεγάλου αριθμού των νεκρών από την πείνα του 1916 – 1917. Έτσι από τις 49.104 κατοίκους που είχαν απογραφεί το 2006, ο πληθυσμός μειώθηκε το 1920 στις 37.340 κατοίκους».

Ο αποκλεισμός και η γαλλική κατοχή
1η Δεκεμβρίου 1915: Μοίρα του συμμαχικού στόλου ελιμενίζεται στη Ζάκυνθο, όπου αποβιβάζονται εξακόσιοι άνδρες, οι οποίοι στρατοπεδεύουν στο θέατρο «Φώσκολος», ενώ ο πλοίαρχος Κομπέ (Caubet), σε προκήρυξή του, σημειώνει ότι οι Γάλλοι είναι φίλοι των Ζακυνθινών. Οι Βουλευτές του νησιού, Κωνσταντίνος Αργασάρης – Λομβάρδος, Νικόλαος Μουζάκης και Σπυρίδων Καρρέρ, με προκήρυξή τους, ζητούν από τους Ζακυνθινούς να τηρήσουν την τάξη.

15 Ιανουαρίου 1917 (3 μ.μ.): Γαλλικό Καταδρομικό μεταφέρει στη Ζάκυνθο 280 άνδρες του γαλλικού αποικιακού στρατού της Σενεγάλης, οι οποίοι διαμένουν στο Δημοτικό Θέατρο, επισκευάζουν το δρόμο που οδηγεί στο Κάστρο και υψώνουν τη Γαλλική σημαία.

1917: Οι Ζακυνθινοί λιμοκτονούν από την παντελή έλλειψη τροφίμων, σε τέτοιο σημείο, όπου τα κηπευτικά και, ιδίως, τα κουνουπίδια, να θεωρούνται είδος πολυτελείας. Οι Γάλλοι, φοβούμενοι αντιδράσεις, συλλαμβάνουν και φυλακίζουν ή εξορίζουν τους Γ. Σταύρακα, Ν. Μουζάκη, τον ηγούμενο της Μονής Αγίου Διονυσίου, Διονύσιο Παπαδάτο, καθώς και τον Εισαγγελέα Κωνσταντόπουλο.
Οι αντιδικίες συνεχίζονται, λόγω της προσπάθειας των Γάλλων να επιβάλλουν τις απόψεις των υποστηρικτών του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος θεωρούσε ότι η Ελλάδα έπρεπε να σταματήσει να είναι ουδέτερη και να συμμαχήσει με την Αντάντ.

12 Μαρτίου 1917: Πενταμελής Επαναστατική Επιτροπή, η οποία ήταν επικεφαλής συλλαλητηρίου, επισκέπτεται το Νομάρχη Ζακύνθου, Ι. Ζαχαρά, και δηλώνει ότι η Ζάκυνθος τάσσεται στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος τηλεγραφεί στις Αρχές του τόπου να διοικούν το νησί μέχρι να στείλει αντιπροσώπους του.
Παράλληλα, καλεί το Μητροπολίτη Ζακύνθου, Διονύσιο Πλαίσα, να συμμορφωθεί στη νέα κατάσταση, αλλά ο Ιεράρχης δε δέχεται, με αποτέλεσμα να απελαθεί στη Θεσσαλονίκη.

18 Ιουνίου 1917: Αναχωρούν από τη Ζάκυνθο οι Σενεγαλέζοι στρατιώτες και κατεβαίνει η Γαλλική σημαία από το Κάστρο.