Οι σεισμοί του 1893

του Γιάννη Δεμέτη

ΖΑΚΥΝΘΟΣ – Τη χρονιά που διανύουμε, συμπληρώνονται 120 χρόνια, από τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1893.
Τα όσα έλαβαν χώρα τότε στο νησί, ήδη έχουν ξεχαστεί, δεδομένου ότι εκτός της μεγάλης χρονικής απόστασης, που μας χωρίζει από τα γεγονότα, μεσολάβησε και το 1953, με την σεισμοπυρκαϊά, που κατέστρεψε ολοκληρωτικά την πρωτεύουσά του, τη Χώρα και έφερε και πολλές καταστροφές στα περισσότερα χωριά.
Το νησί της Ζακύνθου, εν δυνάμει σεισμογενής περιοχή, έχει πληγεί αρκετές φορές από τον εγκέλαδο και έχει πληρώσει βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές. Ενώ πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι οι ζημιές, που προξενήθηκαν τη σεισμική δραστηριότητα, τόσο σε κτίσματα, όσο και σε κάθε λογής έργα τέχνης, είναι δύσκολο να απαριθμηθούν.
Όλα τούτα, είναι βέβαια καταγραμμένα από τους χρονικογράφους και τους ιστορικούς, αλλά και αρκετούς εξειδικευμένους ερευνητές επιστήμονες, και αποτελούν σημεία αναφοράς και μελέτης.
Με το σημερινό σημείωμα, θα προσπαθήσω να φέρω στη θύμησή μας, τα γεγονότα που κατέγραψε και διέσωσε, έτσι όπως τα έζησε, ένας συμπατριώτης μας, ο ελληνοδάσκαλος Διονύσιος Παναγ. Κλάδης, στο προσωπικό του ημερολόγιο, αλλά και όσα τα ακολούθησαν.
Οι γραφές του Διονυσίου Κλάδη, αφορούν τη χρονική περίοδο 1874-1907, και έχουν αμεσότητα γραφής, αποτελούν δε, ντοκουμέντο για την σπουδή και κατανόηση της τοπικής ιστορίας, και όχι μόνο.
Παρουσιάζουν ακόμα και τα όσα δεινά αντιμετώπισε η γενιά της εποχής εκείνης, αλλά και συγκριτικά μας παρέχουν τη δυνατότητα, να κατανοήσουμε τις προσπάθειες, που καταβλήθηκαν εκ μέρους των συμπατριωτών μας, προκειμένου η Ζάκυνθος να ξανακτιστεί.
Το έτος 1892 λοιπόν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Διονυσίου Κλάδη, ενεργοποιείται για μια ακόμα φορά ο εγκέλαδος στην περιοχή μας, προκαλώντας σεισμική έξαρση.
Στις αρχές του χρόνου, 5 Ιανουαρίου σημειώνει χαρακτηριστικά: “Κυριακή, τας ώρας 10 π.μ. έγινε σεισμός”.
Στις 9 Αυγούστου επανέρχεται και γράφει: “Κυριακή, τη νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακή, τας ώρας 2 π.μ. έγινε μικρός σεισμός, τας ώρας 11 π.μ. έγινε (επίσης) σεισμός μικρός”.
Στις 15 Αυγούστου συνεχίζει: “Εξακολουθούσι οι σεισμοί…. τας ώρας 11.30΄ μ.μ. έγινε σεισμός δυνατός. Εξακολουθούν οι σεισμοί καθημερινά”.
Στις 22 Αυγούστου: “Σάββατο, τας ώρας 2 π.μ. τη νύκτα, έγινε σεισμός δυνατός, δίχως να κάμει καμία ζημιά. Οι άνθρωποι, εκάθησαν εις τους δρόμους, έως την αυγή. Εξακολουθούσι σεισμοί μικροί, να γίνονται. Φόβος μέγας, επικρατεί εις όλους”.
Στις 25 Αυγούστου: “Τρίτη, ώρα 10, έγινε σεισμός δυνατός, άνευ ζημίας”.
Στις 28 Αυγούστου: “Εξακολουθούσι σεισμοί”.
Στις 4 Οκτωβρίου: “Ημέρα Κυριακή, ώρα 4 π.μ. έγινε σεισμός”.
Στις 8 Οκτωβρίου: “Πέμπτη, ώρα 1.15΄ έγινε σεισμός”.
Στις 13 Οκτωβρίου: “Τρίτη, εξακολουθούν οι σεισμοί, αλλά μικροί και άνευ ζημιών”.
Στις 6 Νοεμβρίου: “Παρασκευή, έγινε σεισμός δυνατός, άνευ βλάβης. Εξακολουθούσι δε, καθημερινά σεισμοί”.
Στις 23 Νοεμβρίου: “Δευτέρα, τας ώρας 1.15΄ π.μ. έγινε σεισμός δυνατός και έπεσαν οι σταυροί του Αγίου Μάρκου και του κωδωνοστασίου Μητροπόλεως”.
Στις 5 Δεκεμβρίου: “Σάββατο, εξακολουθούσι οι σεισμοί”.
Και ερχόμαστε στο έτος 1893.
Στις 11 Ιανουαρίου σημειώνει: “Δευτέρα, κρύο δυνατό. Θύελλα με στουπούλα και σεισμός. Εξακολουθούν οι σεισμοί, ως και πρότερον. Η Ζάκυνθος κάθε στιγμή κινείται”.
Στις 19 Ιανουαρίου: “Τρίτη, τας ώρας έξι παρά τέταρτο, σεισμός ισχυρός, όλως τοπικός. Περιστροφικός την κίνηση και τεσσαράκοντα όλα δευτερόλεπτα διαρκέσας, συνεκλόνισε εκ βάθρων την ημετέρα νήσον. Κατέρριψε ως αθύρματα, στέγας και τοίχους, ιερών ναών και οικιών, και κατέλειπε άστεγους πάντας σχεδόν, και ιδία τους αποροτέρους. Κατέστρεψε το ναό της Αγίας Τριάδος. Εις τινάς των οδών, ιδία εις τα υψώματα, εις το κρηπίδωμα της παραλίας, επήνεγκε σπουδαίας ρωγμάς. Τας του Φρουρίου φυλακάς, άπασας κατέστρεψε. Εκ των μόλις διακοσίων οικιών, όπου έμειναν μόνο ολίγο βεβλαμμέναι, όλαι αι λοιπαί οικίαι της πόλεως, κατεδαφίσθηκαν.
Δι’ όλης της αυτής ημέρας, το έδαφος εκλονίζετο. Όλος ο στρατός και τα δημόσια γραφεία κατασκήνωσαν εις σκηνάς εν τη Πλαταία του Γεωργίου”.
Στις 20: “Εξακολουθούσι οι σεισμοί. Τας ώρας 2 π.μ. σεισμός ισχυρός. Ο δεύτερος ούτος σεισμός, συνεπλήρωσε την καταστροφήν ήν, ο της προτεραίας ήρξατο. Όσαι οικίαι είχαν διασωθεί ή μικράν υποστεί βλάβη, κατήντησαν άξιαι εγκαταλήψεως. Τα χωρία δε, εκτός του χωρίου Βολίμες, άπαντα κατεστράφησαν”.
Στις 21: “Εξακολουθούσιν οι σεισμοί. Ο Αρχιεπίσκοπος Δ. Λάτας διέταξε και έστησαν εκ του προχείρου, μια εξέδρα εις την Πλατεία του Άμμου, απέναντι από το ναό του Αγίου Διονυσίου και εκεί εναπόθεσαν το Σεπτό Λείψανο του Αγίου ημών Διονυσίου, όπου ο λαός όλος, συν γυναιξί και τέκνοις, γονυκλινείς εδεήθημεν. Πάντες δε, εν κατανύξει σταυρώνοντας τα στήθη ημών και κλείνοντας τα γόνατα προ Αυτού, και με τους οφθαλμούς μετά δακρύων, εδεήθημεν εις τον Άγιον, ίνα παύση την καταστροφή. Ο δε Αρχιερεύς, έκαμε με τον κλήρον παράκληση. Τας 2 μ.μ. ώρας, έτερος σεισμός, μας κατατάραξε. Όλαι αι αποθήκαι της παραλίας οδού, τα ισόγεια, εχρησίμευσαν ως άσυλο. Πολλαί οικογένειαι ανεχώρησαν με το ατμόπλοιο του Γιαλούση, δια Πάτρας. Άρχισε δε και ραγδαία βροχή. Εις δώδεκα εκατομμύρια, υπολογίζεται η ζημία”.
Στις 22: “Έφθασε από τη Μάλτα, κατά διαταγή της Αγγλικής κυβερνήσεως, μέγα θωρηκτό μετά σκηνών, γαλέτες και ξυλείας, και αμέσως άρχισαν και τας μοιράζουν εις την Πόλη και χωρία και πολλαίς εξ αυτών, τας στένουν, οι ίδιοι οι Άγγλοι ναύται. Ήλθε δε και εξ Αθηνών, ο Υπουργός των Εσωτερικών, Γεώργιος Θεοτόκης”.
Στις 23: “Τη νύκτα, έγιναν πέντε έτι σεισμοί. Συνέστη εις τας Αθήνας επιτροπή, από τους πλέον εμπόρους και Τραπεζίτας, προεδρεύοντος του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου, προς έρανον υπέρ ημών, των παθόντων εκ του σεισμού. Ήλθε εκ Πατρών, το ατμόπλοιο “Μαργαρίτα”, το οποίο το εναύλωσαν οι εν Πάτραις Μασόνοι, φέροντας 1.000 οκάδες άρτου και δι’ αυτού ανεχώρησαν δια Πάτρας δωρεάν, 250 οικογένειες. Έως σήμερον ανεχώρησαν, δια τας επαρχίας 1.000 περίπου συμπατριώτες μας, ένεκα του φόβου αυτών”.
Στις 24: “Κυριακή, ώρα 2 μ.μ. αφίκετο ο Βασιλεύς (νάθε μην έρθει), η Βασίλισσα, ο διάδοχος Κωνσταντίνος και ο Νικόλαος. Δεν εξήλθον αμέσως διότι ο καιρός είναι βροχερός και άθλιος, διανυκτερεύσαντες εις το Β(ασιλικό) πλοίο «Σφακτηρία»”.
Στις 25: “Δευτέρα, ώρα 10 π.μ. εξήλθε η Β(ασιλική) οικογένεια. Τους υπεδέξατω ο Υπουργός, οι Βουλευταί και ο Δήμαρχος με τας Αρχάς του τόπου. Επήγαν εις το ναό του Αγίου Διονυσίου, όπου εψάλη παράκληση υπέρ αυτών. Έπειτα επήγαν εις την Αγία Τριάδα. Η Βασιλική οικογένεια επήγε εις τα χωριά. Κάθε ημέρα, διαταγή της Κυβερνήσεως, μας φέρνουν εκ Πατρών 8.000 οκάδες άρτου. Έγινε επιτροπή κεντρική. Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Λάτας, Λουδοβίκος Ρώμας, Κων/νος Αργασάρης, Πλακάς, Δήμαρχος Λούντζης, δια να καταγράψουν τας οικίας των παθόντων, εκ των σεισμών. Το Δημοτικό Συμβούλιο εψήφισε 12.000 δρχ. δια να κατασκευασθούν παραπήγματα (μπαράκες), δια τους άστεγους, όπου και άρχισαν την κατασκευή. Η Πλαταία του Γεωργίου και του Άμμου, ομοιάζουν με στρατόπεδο, κατασκηνωμένων”.
Στις 27: “Ανεχώρησε η Β. οικογένεια. Προσέφεραν δε, εις την επιτροπή ο Γεώργιος δρχ. 3.000, η Όλγα 3.000, ο Κωνσταντίνος 1.000 προς βοήθεια των παθόντων εκ του σεισμού. Οι σεισμοί εξακολουθούσι”.
Στις 28: “Πέμπτη, ο Δήμαρχος εξακολουθεί να φτιάνει παραπήγματα, εις πολλάς συνοικίας”.
Στις 29: “Ήλθε ένα Ιταλικό Βασιλικό (πλοίο), με ξυλεία και διάφορα άλλα είδη και θα περιθάλψει τους Ιταλούς”.
Στις 30: “Έκαμαν παραπήγματα, δια τους Ιταλούς. Οι σεισμοί εξακολουθούν”.
Στις 31: “Κυριακή, αι επιτροπαί μοιράζουν κατά συνοικίας, ψωμί εις τους άπορους και στέλνουν και εις τους Δήμους της εξοχής. Από όλο τον κόσμο φθάνουν έρανοι υπέρ των παθόντων Ζακυνθίων, εις την κεντρική επιτροπή των Αθηνών. Έγιναν δύο σεισμοί”.
Φεβρουάριος 1: “Σεισμοί εξακολουθούσι”.
Στις 7: “Καθ’ όλη την εβδομάδα (2,3,4,5,6,7) εξακολουθούσι οι σεισμοί. Το έδαφος κλονίζεται υπό σεισμών, αραιότερον μεν συχνά, κρατούντα τον κόσμον εις ανησυχία”.
Στις 8: “Δευτέρα, ήλθε ένα τάγμα του μηχανικού, με ένα Συνταγματάρχη και Λοχαγό και λοιπούς αξιωματικούς. Κατασκήνωσαν εις τας σκηνάς εις την Πλαταία του Γεωργίου”.
Στις 9: “Τρίτη, άρχισαν οι σκαπανείς, την κατεδάφιση των ετοιμόρροπων οικιών, εις την Πόλη. Κατά την προς το Υπουργείο των Εσωτερικών επίσημον έκθεση, του ενταύθα Νομομηχανικού, αι εκ του σεισμού ζημίαι, εν μόνη τη Πόλει Ζακύνθου, είναι ως ακολούθως: 300 οικίαι μικραί και ισόγειαι κατέπεσαν εξ ολοκλήρου, 600 τοιαύται κατεδάφισαν οι σκαπανείς, τα ετοιμόρροπα μέρη αυτών. Και η κατάστασις αυτών είναι τοιαύτη, ώστε και αυταί θεωρούνται καθ’ ολοκληρία κατεστραμμέναι, 2.000 οικοδομαί και μέρος των ναών της Πόλεως, είναι εγκαταλελειμμέναι παρά των εν αυταίς οικούντων, από το φόβο. Εκ των ετοιμόρροπων, 1.300 υπέστησαν ελαφρά ρήγματα και αμμοκονιαμάτων βλάβας, 300 περίπου οικίαι δεν υπέστησαν ή μόνον ανεπαίσθητους βλάβας”.
Στις 13: “Σαββάτο, ελθών από τας Πάτρας, η Αναστασία Κουρούμαλου, έφερε βλογιά εις τον τόπο. Την επήγαν, εις το Λοιμοκαθαρτήριο. Εξακολουθούσι πάντοτε οι σεισμοί καθημερινά”.
Στις 18: “Πέμπτη, τας ώρας 6 π.μ., σεισμός ισχυρός, κατατάραξε τους κατοίκους, της ατυχούς νήσου μας. Του σεισμού τούτου, προηγήθησαν αφ’ εσπέρας, καθ’ όλη τη νύκτα, πολλοί μικροί μεν, αλλά συνεχείς και αλλεπάλληλοι”.
Στις 28: “Εξακολουθούσι οι σεισμοί καθημερινά”.
Μάρτιος 3: “Τετάρτη, κατέπλευσε εις τον ημέτερο λιμένα, η Ελληνική μοίρα. Εξακολουθούσιν οι σεισμοί”.
Στις 6: “Σαββάτο, ώρα 10, σεισμός ισχυρός, μας κατατάραξε”.
Στις 9: “Τρίτη, ώρα 11 π.μ., σεισμός ισχυρός, με βουή ως μεγάλου πυροβόλου (κανονιού)”.
Στις 10: “Τετάρτη, ώρα 6 παρά ¼, σεισμός ισχυρός με βουή”.
Στις 15: “Δευτέρα, έγινε σεισμός μικρός”.
Στις 16: “Τρίτη, ώρα 5 π.μ., έγιναν δύο σεισμοί μικροί”.
Στις 1 “Τετάρτη, ώρας 5 π.μ., έγινε σεισμός επαισθητός”.
Στις 18,19,20,21,22: “Σεισμοί έως το τέλος του μηνός. Γίνονται σεισμοί κάθε τέταρτο της ώρας. Η γη αενάως, σείεται”.

Απρίλιος 1: “Σεισμός”.
Στις 5: “Δευτέρα, ώρα 7 και λεπτά 10 π.μ., φοβερός σεισμός, που εβάσταξε 35 δευτερόλεπτα, αποτελείωσε το φοβερόν έργο της καταστροφής. Κατά τη μαρτυρία εγγράφων και ανθρώπων γερόντων, ο σεισμός αυτός, ήταν μεγαλύτερος και καταστρεπτικότερος από το σεισμό του Αγίου Λουκός (1840), του Αγίου Ιακώβου (1791).
Εις το λιμενοβραχίονα, άνοιξαν σχίσματα ενός ποδός. Οι ογκόλιθοι εξετοπίσθησαν. Το κρηπίδωμα του παραλίου δρόμου, έβρασε. Το κωδωνοστάσιο του Αγίου Διονυσίου, το έκοψε εις τη μέση και εσώθει μόνο μία καμπάνα, και ο ναός εγκρεμίσθη όλος και η ζημία υπερβαίνει τας 400 χιλ. δρχ. Το Άγιο Λείψανο, εσώθη εκ θαύματος, χωρίς να πειραχθεί το παραμικρό και μετεφέρθη εις το μοναστήρι του Αγίου. Έπεσε ο θόλος, του κωδωνοστασίου της Πικριδιώτισσας. Το θέατρο έπεσε και εφόνευσε το Διονύσιο Γιαννιώτη. Το Δημοτικό κτήριο έπεσε. Το κωδωνοστάσιο της Μητροπόλεως έπεσε, από τη μέση. Εις τη Χώρα η πόλις κατεστράφη. Όπου κοιτάξεις, βλέπεις τοίχους γκρεμισμένους. Αλλού σκέπασες αναποδογυρισμένας. Όλοι οι δρόμοι, είναι γεμάτοι αγκωνάρια, τράβα και κεραμίδια. Πολλά καντούνια, εκλήσθησαν.
Θύματα: Εις τη Χώρα, εφονεύθησαν έως τώρα, γνωστοί 15 σκοτωμένοι, και πολλοί πληγωμένοι. Εις το χωριό Γαϊτάνι, 6 σκοτωμένοι. Εις Λιθακιά, (1) μία γυναίκα. Εις Ρόιδο, 3 σκοτωμένοι.
Λεπτομέρειες: Πρώτον εις την καταστροφή, είναι το χωριό Γαϊτάνι. Δεύτερη έρχεται η Χώρα και έπειτα όλα τα άλλα χωριά, εκτός από το Δήμο Ελατίων, όπου ποτέ δεν αισθάνεται σεισμό (αξιοσημείωτο).
Τα λεγόμενα λαθουροκάντουνα, αποπίσω από τη Μητρόπολη, έγιναν γης Μαδιάμ. Ο μεγάλος τοίχος του Μοναστηριού της Μητροπόλεως εσχίσθη εις δύο.
Το ωρολόγιο του Φόρου και του Αγίου Ελευθερίου έπεσαν. Το Νιοχώρι όλο στρώμα, από άκρη εις άκρη.
Σχεδόν όλοι οι ναοί, έπεσαν.
Το λεγόμενο Βόιδι, εις το Κρύο Νερό, εσχίσθη εις δύο.
Το Μαραθωνήσι, εκαταγκρεμίσθη. Οι βράχοι έπεσαν εις τη θάλασσα. Το νεκροταφείο κατεστράφη και ο ναός του Αγίου Θεοφίλου έπεσε και τους νεκρούς, τους διαβάζουν απάνου εις μία πλάκα, ενός μνημείου, εν υπαίθρω. Παντού κλάψα, παντού θρήνος.
Η Ζάκυνθος πλέον, δεν υπάρχει”.
Στις 22: “Πέμπτη, οι σεισμοί εξακολουθούνε, αλλά άνευ ζημιών. Η επιτροπή έφερε από το Τριέστη τριακόσιες χιλιάδες 300.000 ταύλες και μοιράζει κατ’ αναλογία των μελών εκάστης οικογένειας, ξυλεία δια να κάμουμε παραπήγματα και κατοικήσουμε εις αυτά. Εις δε τους μη έχοντας οικίας, έκαμε η επιτροπή εις όλα τα μέρη, κοινά παραπήγματα (μπαράκες) και τας διεμοίρασε εις τας πτωχάς οικογενείας, και ούτω η πρώην ωραία Ζάκυνθος, μετεβλήθη εις σωρόν ερειπίων και λίθων και παραπηγμάτων, όπου ο επισκέπτης, δακρύζει να τη βλέπει”.
Μάιος 3: “Η διανομή των σανίδων και βοηθημάτων, γίνεται τόσος άδικος και άνισος και σπάταλος, ώστε πλείστα μέλη της επιτροπής παρητήθησαν. Ο δε λαός, φωνάζει κατά πάντων των μελών, της επιτροπής”.
Στις 8: “Κλοπαί τρομεραί γίνονται εν γένει, εις όλα τα βοηθήματα και τας σανίδας. Από τον Υπουργόν των Εξωτερικών Δραγούμη, Πρόεδρον της κεντρικής επιτροπής εν Αθήναις Μητροπολίτη Αθηνών, έως τον τελευταίο διορισθέντα υπάλληλο, πάντες κλέπτουσι. Η δε δευτέρα τάξις της κοινωνίας, δε λαμβάνει τίποτα. Αυτή είναι η διανομή, των εκ δύο εκατομμυρίων δρχ. εισπραχθησομένων βοηθημάτων”.
Στις 19: “Ετελείωσε η διανομή των βοηθημάτων, δίδοντας εις έκαστο άτομο δρχ.10. Έμειναν και 400.000, όπου θα τα δώσουν εις τους φτωχονοικοκυραίους, όσοι έπαθαν ζημία, εκ του σεισμού.
Η επιτροπή, Αργασάρης Κων/νος, Ζήβας Πλακάς, Στεφάνου Διονύσιος, Φέρος Εβραίος, Καμίλος Μερκάτης, Διονύσιος Λάτας Αρχιεπίσκοπος, Διονύσιος Στουπάθης, όλοι έκλεψαν το λαό του τόπου μας. Αιωνίως ανάθεμά τους”.
Οκτώβριος 8: “Έβρεξε νερό δυνατό και εχύλισε ο τόπος, ένεκα όπου οι οχετοί και οι δρόμοι, είναι γεμάτοι χώματα και πέτρες από το σεισμό. Εξακολουθούν να γίνονται σεισμοί, αλλά μικροί”.
Δεκέμβριος 8: “Σεισμοί εξακολουθούσι μικροί και άνευ βλάβης”.
Στις 17: “Η εορτή του Προστάτου ημών, Διονυσίου. Έγινε η λιτανεία του Θείου και Ιερού Λειψάνου, με ολίγους ανθρώπους, διότι ένεκα των σεισμών και της εν γένει αχρηματίας, δεν ήλθαν ξένοι, ούτε χωρικοί. Η σταφίδα εις την Ελλάδα, έφθασε 50 δρχ. τη χιλιάδα. Ο καιρός κρύος, χιονίζει. Παρηκολούθησε, ως αντιπρόσωπος του Αρχιερέως Διονυσίου Λάτα, ο ιερεύς Ρουσελάτος, διότι ο Αρχιερεύς εβρίσκετο εις Καλκούτα. Επήγε δε, όχι δια άλλο σκοπό, αλλά να μαζώξει, δήθεν υπέρ των παθόντων ναών, εκ των σεισμών παθόντων, και να κερδοσκοπήσει της περιστάσεως και γίνει πλούσιος, ως άλλος καρακούνης ζητιάνος, (διακονιάρης)”.
Το επόμενο έτος 1894, σημειώνει:
Μάρτιος 8: “Κυριακή, επέστρεψε εις την Πατρίδα μας, έπειτα από 8 και 1/2 μήνας περιοδεία, ανά την Αμερική, Ιαπωνία, Ινδίας, περιοδεία μακρά, ο Αρχιεπίσκοπος ημών, Διονύσιος Λάτας. Τον εδέχθη κόσμος πολύς και η φιλαρμονική. Τον παρηκολούθησαν μέχρι Μητροπόλεως, όπου ευλογήσας το λαό και ευχαριστήσας τον κλήρο και το λαό, έφυγε δι’ αμάξης, εις την οικία του, κειμένη εις Πόχαλη. Τις είδε, πόσα εμάζωξε εις τα μέρη εκείνα!!”.
Στις 29: “Τετάρτη, εστάλησαν και τα επίλοιπα χρήματα εκ των βοηθημάτων του σεισμού, από την κεντρική επιτροπή των Αθηνών, δια να διανεμηθώσι εις τους πτωχονοικοκυραίους της Πόλεως, όσοι έπαθαν από το σεισμό. Τον κατάλογο δια το ποσόν, όπου θα λάβει έκαστος, τον έκαμαν εις τας Αθήνας κομματικώς, ο Μητροπολίτης Αθηνών, ο Διονύσιος Πανταζής Στεφάνου, Υπουργός των Εξωτερικών και της Δικαιοσύνης και Βουλευτής Ζακύνθου, ο Κωνσταντίνος Αργασάρης Λομβάρδος, Βουλευτής Ζακύνθου, Διονύσιος Σωμερίτης Δικηγόρος, Ιωάννης Παπαδάτος Σχοινάς, Δικηγόρος, όλοι Λομβαρδιανοί. Τους σημειώνω εις το παρόν βιβλίον, προς, αιώνιον ανάθεμα, διότι τα έφαγαν όλα και εμοίρασαν, προς το σκοπό του κόμματος”.
Δανειζόμενος τις σημειώσεις του Διονυσίου Κλάδη και αποφεύγοντας να κάνω το οιονδήποτε σχόλιο, σχετικά με τη διαχείριση της ερανικής βοήθειας, παραθέτω μετά από 120 χρόνια αυτούσια τα γεγονότα.
Σίγουρα έχουν την αξία τους και ασφαλώς ο καθένας μας θα βγάλει τα συμπεράσματά του.
Θα ήθελα μόνο να αναφερθώ στην ψυχική δύναμη, που διαχρονικά χαρακτηρίζει τους συμπατριώτες μας, που με τίποτα δεν το βάζουν κάτω, ανασκουμπώνονται και συνεχίζουν…
Και αυτό σίγουρα λέει πολλά.
Την ίδια δύναμης ψυχής έδειξε ότι διέθετε και η γενιά των δικών μας γονέων, που πριν από 60 χρόνια, αγωνίστηκαν και εκείνοι, κάτω από αντίξοες συνθήκες, παραμένοντας στο νησί και δημιούργησαν με θυσίες και μόχθο τη σημερινή Ζάκυνθο.

Σημείωση: Βλέπε Ιωάννης Μ. Δεμέτης, “Κυριότερα Συμβάντα της Νήσου Ζακύνθου” (1874-1907) υπό Διονυσίου Κλάδη, υιού του ιερέως Παναγιώτη, εκδόσεις “Τρίμορφο”, Ζάκυνθος 2004