Ο ΠΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΟ ΠΕΛΟΥΖΟ – Το όνειρο που έμεινε στις αναμνήσεις

ΖΑΚΥΝΘΟΣ – Ο κόλπος του Λαγανά είναι μια πολύ ιδιαίτερη και πανέμορφη περιοχή του Τζάντε, τον οποίο στολίζουν οι νησίδες του Αγίου Σώστη, του Μαραθωνησιού και του Πελούζου.
Η ιστορία του τελευταίου χάνεται και αυτή στα βάθη του χρόνου και ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το καταπράσινο αυτό νησάκι έχει πλούσια ιστορία, η οποία είναι ενδιαφέρουσα, όπως ό,τι έχει σχέση με το όνειρο που έμεινε στις αναμνήσεις.
«Porto peloso» αναγράφεται σε χάρτη της Ζακύνθου (ξυλογραφία) ο κόλπος του Λαγανά στο «Isolario di Benedetto Bordone», έκδοση Βενετίας του 1538.
Το νησάκι Πελούζο, το οποίο απέχει από την απέναντι ακτή του Βασιλικού ένα περίπου ναυτικό μίλι, ανήκε αρχικά στην καθολική εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου. Ήταν φημισμένο, δε, για το περίφημο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, με τη θεαματική αμυντική οχύρωση, που ίδρυσαν ο Μιχαήλ Νικόπολις ή Μπεβελάκουας και ο μοναχός Άγγελος Σαλβιάτης το 1533, το οποίο εξελίχθηκε σε σπουδαίο μοναχικό κέντρο
Από το 1735 εκκλησία, η εκκλησία, η οποία ήταν αφιερωμένη στην Παναγία την Ευαγγελίστρια, καθώς και το μοναστήρι πέρασαν και παρέμειναν στην ιδιοκτησία της οικογένειας Κομούτου.
Το σχέδιο του Αναστασίου Σάρτζιντ του 1852 απεικονίζει παραστατικά τα εξωτερικά περιγράμματα του συγκροτήματος από την πλευρά της θάλασσας.
Είναι άγνωστο έως τώρα πότε οικοδομήθηκε ο διώροφος πύργος του Πελούζου, ένα τεράστιο ατράνταχτο κτήριο, με οχύρωση από την πλευρά της θάλασσας, ενώ είναι πιθανόν να υπήρχε πριν από την κατοχή του νησιού από τους Βενετούς.

Μεταξύ του πύργου (αριστερά) και της εκκλησίας (δεξιά) υπήρχε κλειστή αυλή, με στενή είσοδο από την πλευρά της στεριάς.
Ανατολικά, στην αυλή, με τα ωραιότατα τόξα, τα πηγάδια και τους ληνούς, ήταν η είσοδος της εκκλησίας της Ευαγγελίστριας, η οποία ήταν μονόκλιτη βασιλική με το καμπαναριό στην κορυφή της στέγης.
Δυτικά, μέσα στην αυλή, βρισκόταν, σε υψηλότερο επίπεδο, η είσοδος του πύργου με ιδιότυπη κινητή σκάλα, τύπου pont – levis, διότι ήταν εσωτερική και χωρίς τάφρο, πάνω από την οποία υπήρχαν πολεμίστρες και ζεματίστρα, δηλαδή μια πολεμική κατασκευή στον τοίχο, συνήθως πάνω από την είσοδο, με μια τρύπα, από όπου έχυναν καυτό νερό από το εσωτερικό του κτιρίου στους εχθρούς.
Στο ισόγειο του πύργου, σωζόταν μύλος για τα άλεσμα του σταριού και «καραγκιόζα» (ελαιοπιεστήριο), ενώ το υπόγειο και το ισόγειο του πύργου χρησίμευαν για αποθήκες και βοηθητικούς χώρους.
Στον πρώτο όροφο υπήρχαν δύο αίθουσες και στο δεύτερο ένας διάδρομος, στις δύο πλευρές του οποίου υπήρχαν τα κελιά των μοναχών.
Γενικά, το μοναστήρι του Πελούζου διέθετε και στους δύο ορόφους σημαντική αμυντική οχύρωση, με ζεματίστρες και πολεμίστρες.
Εκτός από το οχυρό της εκκλησίας και του πύργου, υπήρχαν κάποια βοηθητικά κτήρια και, σε απόσταση 300 μέτρων περίπου, ένα μικρό καρνάγιο με βάρκες.
Μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1893, το μοναστήρι ερημώθηκε και λεηλατήθηκε από αρχαιοκάπηλους, διότι, εκτός των άλλων, διέθετε σπουδαία βιβλιοθήκη με παλιούς κώδικες ανεκτίμητης αξίας.
Το 1935 ο χρόνος και η ανθρώπινη αδιαφορία είχαν προχωρήσει, ήδη, το έργο τους.
Ο πύργος αυτός, αληθινό μνημείο της υπαίθρου χώρας του νησιού, καταστράφηκε στα χρόνια της μαύρης κατοχής από τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι φοβήθηκαν μήπως χρησιμοποιηθεί ο πύργος σαν καταφύγιο κατασκόπων των συμμάχων, που μπορούσαν να αποβιβάζονται από υποβρύχια, και τον κατέστρεψαν με το πυροβολικό τους, από τις περιοχές της Δάφνης και του Βλόντου.
Μετά το σεισμό του 1953 έμειναν μόνο μαυρισμένοι τοίχοι και βαθιά χάσματα…

Βιβλιογραφία
–Robert Sargint, Η Ζάκυνθος κάποτε… Κείμενα Νίκιας Λούντζης. Έκδοση του Σωματείου «Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων».
– Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος – Πεντακόσια χρόνια, Ύπαιθρος Χώρα. Αθήνα, 1979.