Οι μεταφράσεις του Ύμνου

του Γιάννη Δεμέτη

ΖΑΚΥΝΘΟΣ – Όπως είναι γνωστό, ο “Ύμνος εις την Ελευθερία”, γράφτηκε τον Μάιο του 1823, στη Νεοελληνική γλώσσα, στη Ζάκυνθο, από τον 25χρονο Διονύσιο Σολωμό, όπου σύμφωνα με την παράδοση παραθέριζε στο σπίτι του φίλου του Λουδοβίκου Στράνη, στον ομώνυμο λόφο.
Δύο χρόνια αφότου, ο Διονύσιος Σολωμός, έγραψε τον Ύμνο, τον Οκτώβρη του 1825, πραγματοποιήθηκε, με τη μεσολάβηση του Αδαμάντιου Κοραή, η έκδοσή του στα γαλλικά στο Παρίσι.
Συμπεριλήφθηκε στο τέλος του Β΄ τόμου των “Chants populaires de la Crece moderne recueillis et publies…” του C. Fauriel, με πρόλογο του εκδότη F. Didot, σε πεζή μετάφραση, στη γαλλική γλώσσα, από τον St. Julien, παράλληλα με το ελληνικό κείμενο.
Την έκδοση του Φωριέλ, ακολούθησε η έκδοση ολοκλήρου επίσης του Ύμνου, στην αγγλική, με στίχους ομοιοκατάληκτους, το ίδιο έτος, υπό του Ch, Br. Sheridan στο Λονδίνο.
Ακολούθησε μια ακόμα έκδοση, που έγινε επίσης το 1825, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, από το τυπογραφείο του Δ. Μεσθενέως.
Η έκδοση του Μεσολογγίου, περιλαμβάνει το ελληνικό κείμενο και ιταλική μετάφραση σε πεζό, από τον φίλο του ποιητή, γιατρό και λόγιο, καθηγητή των ιταλικών και λατινικών γραμμάτων της Ιονίου Ακαδημίας, C. Crassetti, και ενδεχόμενα έγινε υπό την εποπτεία του ίδιου του Σολωμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με επιθυμία του ποιητή ορισμένα αντίτυπα της έκδοσης αυτής, μοιράστηκαν δωρεά, ενώ κάποια άλλα πουλήθηκαν στη τιμή των “100 παράδων”, για να δοθούν τα χρήματα ως ενίσχυση, στο πρώτο Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
Η διάδοση του Ύμνου, εμψύχωσε στα πεδία των μαχών τα αγωνιζόμενα παλληκάρια και ενίσχυσε
την αγωνιστική συνείδηση του μαχόμενου Έθνους.
Με την έκδοση όμως του Ύμνου στις ευρωπαϊκές γλώσσες, που προαναφέραμε, έγινε αισθητή η Νεοελληνική Φιλολογία και προβλήθηκε ο αγώνας των Ελλήνων και εκτός των ορίων της πατρίδας μας ενισχύοντας το φιλελληνικό κίνημα.
Παράλληλα ο Ύμνος, διαδόθηκε έτι περαιτέρω, αφότου πραγματοποιήθηκε η μελοποίηση του, από το Νικόλαο Χαλικιόπουλο – Μάντζαρο στην Κέρκυρα.
Ορισμένα τμήματα του Ύμνου, όμως, τραγουδούσαν ήδη στις ρούγες και τις πλατείες , λαϊκοί τραγουδιστές στο νησί της Ζακύνθου.
Με τη μουσική του Μάντζαρου, κομμάτια του Ύμνου άρχισαν να παίζονται σε μουσικές συναυλίες της βασιλικής Αυλής και σε διάφορες χοροεσπερίδες στην Αθήνα.
Ακολούθησαν, στη συνέχεια, μια σειρά από εκδόσεις του ποιήματος, εκτός των τριών που προαναφέραμε, και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, είτε ολόκληρου του ποιήματος, είτε μέρους του, σε πεζή γραφή ή έμμετρο στίχο.
Σε έρευνα του καθηγητή Γεωργίου Ν. Παπανικολάου, που στηρίζεται σε αναφορές παλαιοτέρων ερευνητών, και περιλαμβάνεται στο δίτομο έργο του, με τίτλο “Διονυσίου Σολωμού – Άπαντα”, Αθήναι 1970, αναγράφεται ότι μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο (1970), είχαν εντοπιστεί σειρά μεταφράσεων ολόκληρου του Ύμνου, ή τμημάτων του, σε πεζό ή έμμετρο λόγο, που είχαν εκδοθεί αυτοτελώς ή περιλαμβάνονταν σε ποιητικές συλλογές στις παρακάτω γλώσσες:
14 εκδόσεις σε ιταλική μετάφραση, 10 εκδόσεις σε γαλλική, 7 σε αγγλική, 5 σε γερμανική, 1 σε ρωσική και 1 σε ολλανδική.
Αναφέρει λοιπόν 38 εκδόσεις, σε 6 ευρωπαϊκές γλώσσες.
Οι περισσότερες μεταφράσεις έγιναν από ξένους λογίους, αλλά και ορισμένες από Έλληνες λογίους γνώστες των ξένων γλωσσών.
Όπως θα δούμε παρακάτω, η έρευνα του Παπανικολάου δεν είναι απόλυτα ακριβής.
Στην επετειακή έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, για τα Διακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Διονυσίου Σολωμού, Αθήνα, Μάρτιος 1999, σε επιμέλεια Κατερίνας Τικτοπούλου, η επιμελήτρια σημειώνει:
“Οι γνωστές σήμερα μεταφράσεις του (Ύμνου) υπερβαίνουν τις 80, προέρχονται από 16 συνολικά γλώσσες και καλύπτουν περίπου δυο αιώνες, από την ολόπρωτη, αποσπασματική, αγγλική μετάφραση του 1824 έως την πλέον πρόσφατη, γαλλική του 1998”.
Αναφορικά δε για τους μεταφραστές, συνεχίζει: “Είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους ξένοι κλασικοθρεμμένοι φιλέλληνες, λόγιοι, ιστορικοί, νομικοί, διπλωμάτες και ποιητές, αλλά, κυρίως, καθηγητές που διδάσκουν αρχαία και νέα ελληνική γραμματεία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της υφηλίου”.
Στην ίδια έκδοση περιλαμβάνονται πίνακες, που έχουν συνταχθεί βάσει της μελέτης του Ντίνου Χριστιανόπουλου: “Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν και 79 μεταφράσεις του σε 16 γλώσσες (1824-1998)”, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1998.
Είναι δε οι ακόλουθες: Ιταλικές μεταφράσεις 21, Αγγλικές μεταφράσεις 18, Γαλλικές 13, Γερμανικές 12, Ολλανδικά 1, Πολωνικά 2, Δανικά 1, Καταλανικά 1, Ουγγρικά 2, Ρουμανικά 2, Κορεατικά 1, Ιαπωνικά 1, Βουλγαρικά 1, Ρωσικά 1, Ισπανικά 1, Αλβανικά 1.
Νεώτερες έρευνες κατά προφορική πληροφορία, σήμερα της κας Τικτοπούλου, μας οδηγούνε στο συμπέρασμα ότι λανθάνουν και άλλες άγνωστες μέχρι τώρα παλαιές εκδόσεις – μεταφράσεις του Ύμνου, αλλά έχουν εντοπισθεί και καινούργιες.
Στο περιοδικό Κερκυραϊκά Χρονικά, περίοδος Β΄, τόμος Ε΄, Κέρκυρα 2010, όπου δημοσιεύονται τα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου “ΣΟΛΩΜΟΣ – ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ – ΠΟΛΥΛΑΣ”, 10-12 Νοεμβρίου 2006, που οργανώθηκε στην Κέρκυρα, δημοσιεύεται και εργασία του Κώστα Ζερβόπουλου, όπου αναφέρονται δύο νέες εκδόσεις του Ύμνου στα Γερμανικά.
Η μία του Hans Peter Droge Mueler, με τίτλο Freiheil del Criechen und Ihres Dionysios Solomos, πραγματοποιήθηκε στην Κολωνία από τις εκδόσεις “Romiosini” το έτος 1999, και η άλλη του Hans Ubrich Gunther, έχει ενσωματωθεί σε ένα τόμο με τον τίτλο Dionysios Solomosq: WerKe, που πραγματοποιήθηκε στη Στουτγάρδη από τις εκδόσεις “Franz Steiner”το έτος 2000.
Μια ακόμα άγνωστη μελοποιημένη μετάφραση στα γερμανικά του Ύμνου, σύμφωνα με τον Ζερβόπουλο, έγινε από τον Ιωσήφ Μίνδλερ στην Αθήνα, το έτος 1844 και εντοπίστηκε από το μουσικολόγο Γιώργο Λεωτσάκο στα αρχεία του Μουσείου Μπενάκη το έτος 1987.
Η μετάφραση αυτή ίσως να έχει σχέση με τη μουσική σύνθεση του Ύμνου, που απέστειλε στον Όθωνα, ο Μάντζαρος όπως θα δούμε πάρα κάτω.
Στο Διεθνές Συνέδριο Διονυσίου Σολωμού που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τα “Διακόσια Χρόνια από η Γέννηση του Ποιητή” Αθήνα 7-10 Οκτωβρίου 1998, η Μαρία Μενεγάκη παρουσιάζει μια ακόμα, άγνωστη Γαλλική μετάφραση του Ύμνου, που περιλαμβάνει 18 τετράστιχες στροφές με πλεχτή ομοιοκαταληξία, έργο του Iean Manettas γιού του Κερκυραίου εμπόρου Γεωργίου Μανέττα που έγινε στα έτη 1866-1867.
Το γεγονός αυτό, αποτελεί απόδειξη του ξεχωριστού ενδιαφέροντος, που συνεχίζει να παρουσιάζει ο Ύμνος εις την Ελευθερία, στους ανά τον κόσμον, πνευματικούς και λογοτεχνικούς κύκλους.
Σημειώνεται επίσης ότι ευρέως ο Ύμνος εις την Ελευθερία, έγινε γνωστός, αφότου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας ‘Ύμνος.
Πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο κατά την Επανάσταση του 1821, όσο και μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους και στα χρόνια του Κυβερνήτη, δεν υπήρχε εθνικός ύμνος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι Έλληνες τραγουδούσαν ως εθνικό ύμνο, στίχους από το θούριο του Ρήγα.
Έτσι υπό τους ήχους της μουσικής του θούριου του Ρήγα, υψωνόταν η ελληνική σημαία, ενώ άλλες φορές τραγουδούσαν στίχους από δημοτικά τραγούδια.
Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα ως εθνικός και βασιλικός ύμνος χρησιμοποιήθηκε μια μετάφραση του βαυαρικού ύμνου, που ήτανε απομίμηση του αγγλικού και έλεγε:
“Τον βασιλέα μας Όθωνα τον πρώτον σώσον, Θεέ, αύξησον, κράτυνον την βασιλείαν του, τον βασιλέα μας σώσον, Θεέ”.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στις 5 Δεκεμβρίου 1844, ο Μάντζαρος είχε στείλει στον Όθωνα αντίγραφο με τη μουσική τού υπό έκδοση Ύμνου του Σολωμού, τον οποίο θα του αφιέρωνε μόλις αυτός θα τυπωνόταν.
Ο Όθωνας έστειλε το αντίγραφο σε Γερμανούς κορυφαίους μουσικοδιδασκάλους της εποχής, και έλαβε την απάντηση: “ότι είναι μέγας, υψηλός και άξιος της Αυτού Μεγαλειότητος”.
Η ικανοποίηση και ευαρέσκεια του Όθωνα προς τους Σολωμό και Μάντζαρο, εκφράστηκε με την απονομή του Χρυσού Σταυρού του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος και του Αργυρού Σταυρού του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος, αντίστοιχα στον ποιητή και το μουσουργό.
Μετά τον ερχομό του Γεωργίου Α΄, καθιερώθηκε από το 1865, όταν ήταν υπουργός των Ναυτικών ο Δ. Μπουντούρης ο “Ύμνος εις την Ελευθερίαν” του Σολωμού, τα δύο πρώτα τετράστιχα, ως Ύμνος του Έθνους και του βασιλέως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη, με προηγούμενο διάταγμα του υπουργού Μπουντούρη, η μελωδία του Ύμνου: “θέλει παιανίζεται κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις, ήτοι ανύψωσιν και χαιρετισμόν σημαίας κ.τλ. θεωρούμενος ως επίσημον εθνικόν άσμα”.
Στις 16 Αυγούστου 1960 η μεγαλόνησος της Κύπρου ανακηρύχτηκε ως κυρίαρχη και ανεξάρτητη δημοκρατία.
Από 18 Νοεμβρίου 1966 με την υπ’ αρ. 6133 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, καθιερώθηκε να παιανίζετε ο Ελληνικός Εθνικός Ύμνος, ως Εθνικός Ύμνος της Κύπρου.
Προηγουμένως και για μια μόνο φορά είχε ακουστεί σε επίσημη εκδήλωση, ως εθνικός ύμνος της Κύπρου, σχετικός ύμνος, που είχε παραγγελθεί από τον Μακάριο, στο Σόλωνα Μιχαηλίδη.
Ο Διονύσιος Σολωμός γράφοντας τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, αναγνωρίζει και εξάρει την Ελευθερία, χαιρετίζει την καταγωγή της και καταγράφει τους αγώνες των Ελλήνων στη στεριά και τη θάλασσα.
Υψώνει τη φωνή του και κάνει έκκληση προς τους Έλληνες για ομόνοια και στους Ευρωπαίους για βοήθεια.
Γίνεται ο εθνικός βάρδος και η συνισταμένη της αγωνιστικής δυναμικής του λαού.
Πάνω απ’ όλα βαθύς γνώστης της ψυχοσύνθεσης του Έλληνα, νουθετεί και προφητεύει:
“Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθή”.
Αλλά το πιο σημαντικό και άξιο προσοχής θεωρείται ότι ο ποιητής, με το έργο του γενικότερα, έχει κατορθώσει να εξακολουθεί και σήμερα να ευαισθητοποιεί και να συγκινεί.