Μπ. Πυλαρινός: “Η περιουσία μας είναι οι φίλοι μας. Μετρήστε την…”!

ΖΑΚΥΝΘΟΣ – Ο Μπάμπης Πυλαρινός είναι ιδιαίτερος άνθρωπος και καλλιτέχνης, με πηγαίο ταλέντο, αυθεντικός, ευθύς, ανεπιτήδευτος, αντιμετωπίζει τη ζωή με χιούμορ και ειλικρίνεια.
Ο γνωστός ζωγράφος και αγιογράφος μιλά στην εφημερίδα μας για την τέχνη, τους ανθρώπους και τη Ζάκυνθο, τονίζοντας ότι η ζωγραφική είναι διήγηση ιστοριών, καθώς και ότι η περιουσία κάθε ανθρώπου είναι οι φίλοι του. Μετρήστε την…

ΕΡ.: Πότε αρχίσατε να ζωγραφίζετε;
ΑΠ.:
Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Κατά σύμπτωση, την σκεφτόμουνα και χθες το βράδυ που ολοκλήρωσα ένα έργο. Αισθάνθηκα τη χαρά και τη συγκίνηση, που βιώνει όποιος καταγίνεται με τις τέχνες και του συμβαίνει αυτό το ευχάριστο: να τελειώνει ένα έργο και να αισθάνεται ότι ο στόχος επιτευχθεί και αυτό που είχε μέσα του το είπε και, μάλιστα, στην πορεία, μπόρεσε να πει και άλλα, ίσως πιο κρίσιμα ακόμα, που δεν τα είχε υπολογίσει από την αρχή. Και τότε σκέφτεται πως τώρα αρχίζει να ζωγραφίζει. Τόσα χρόνια μάλλον ανακάτευα χρώματα και προσπαθούσα το ακατόρθωτο σαν νευρικός εραστής. Μα, μάλλον δεν είναι αυτό που σας ενδιαφέρει…


ΕΡ.: Όλα με ενδιαφέρουν και αυτά και τα άλλα…
ΑΠ.:
Πάντως, δεν ξεκίνησα να ζωγραφίζω από μικρός, ούτε το είχα μέσα μου, όπως συχνά θέλει ο μύθος. Όχι δεν το σνομπάρω. Ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι γεννιούνται με ένα ταλέντο που ξεχειλίζει. Δεν ήμουν από αυτούς, θεωρώ μάλλον το εαυτό μου ατάλαντο και αυτό δεν είναι μια βαρετή ταπεινολογία. Ο βασικότερος λόγος μάλλον που έφτασα εδώ, εννοώ να ζωγραφίζω έργα που φαίνεται πως κάποιους αφορούν, είναι η υπερβολική ανάγκη μου να επικοινωνήσω με τους άλλους αυτά που διηγούμαι στα έργα μου, γιατί όπως λέει και ο Γιάννης Τσαρούχης «η ζωγραφική είναι διήγηση ιστοριών». Αυτές τις ιστορίες, ίσως θα μπορούσα να τις είχα πει και με άλλες γλώσσες, άλλες τέχνες – δεν ξέρω – πιθανόν με την εικαστική να έχω μια περισσότερη άνεση από ότι με κάτι άλλο.
Πρακτικά, λοιπόν, άρχισα να ζωγραφίζω στο στράτευμα, στο Λόχο Πολυδιαυλικών, όταν υπηρετούσα τη θητεία μου, βρήκα νόημα σε ό,τι με μάθαινε, όποτε κλέβαμε λίγο χρόνο, ο επίσης πολυδαιυλικός οπλίτης, Αθανάσιος Φίλιος, μετέπειτα και δάσκαλός μου στην τέχνη αυτή.
Πριν από το στράτευμα, έμαθα πάρα πολλά περί τα εικαστικά, δουλεύοντας και τυπώνοντας ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο περίφημο, τότε και τώρα, αθηναϊκό εργαστήριο «Είδωλο» του Γιώργου Μαρίνου, γιου του γνωστού Ζακυνθινού φωτογράφου Διονύση Μαρίνου.

ΕΡ.: Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την αγιογραφία;
ΑΠ.:
Τι να σας πω τώρα; Πραγματικά, δεν ξέρω. Έτυχε και αυτή η συνάντηση στο στράτευμα, ήταν το κλίμα της εποχής, υπήρχαν πολλές δουλειές στη, τέχνη αυτή… ε, και κόλλησα. Θέλω να πω ότι δε θέλω να σας δώσω κάποιο βαρύγδουπο ιδεολογικό λόγο, τύπου «Το ορθόδοξο πνεύμα» κ.τλ.
Η ζωή μου, όπως νομίζω και γενικά η ζωή στην Ελλάδα είναι, ξέρετε, πολύ προσωπική: όλα εξαρτώνται από στενές προσωπικές σχέσεις. Μια φιλική σχέση στο στρατό, λοιπόν, μου γνώρισε αυτή την τέχνη. Ναι, η αγάπη μου για την εκκλησία από τότε, βρήκε μια διέξοδο. Με ενδιαφέρουν πολύ και με συγκινούν και με κάνουν να έρχομαι «εις εαυτόν» κάποια πατερικά κείμενα. Επίσης, να σας πω ότι αυτή η ζωγραφική, αν και έφτασε τεχνολογικά σε πολύ υψηλά επίπεδα, παραμένει τόσο παιδική, και αυτό μου ταιριάζει πολύ.


ΕΡ.: Ποια σημεία της Ζακύνθου σας εμπνέουν;
ΑΠ.:
Τα ίδια και τα ίδια, δεν τα χορταίνω: Άγιος, πλατεία Σολωμού, Άγιος Νικόλαος του Μόλου, Πικριδιώτισσα, Χρυσοπηγή.

ΕΡ.: Εάν ζωγραφίζατε τη Ζάκυνθο, πώς θα την αποδίδατε;
ΑΠ.:
Ο Άγιος, το σχολείο του Άμμου, από πίσω η Φανερωμένη, η Πικριδιώτισσα, το άγαλμα του Σολωμού, ο Άγιος Νικόλαος του Μόλου, η Χρυσοπηγή στην Μπόχαλη, και μπροστά από όλα αυτά η Strada Marina, γεμάτη ποδηλάτες και ένα παλιό τραμ από το μπαστούνι μέχρι το Κρυονέρι.
Γεννήθηκα μετά το σεισμό του ‘53, αλλά όσο και, αν σας φαίνεται παράξενο, μου φαίνεται σαν ένα κακό όνειρο ότι όλο αυτό χάθηκε. Νομίζω ότι θα ξυπνήσω κάποια στιγμή και θα βρεθώ έξω από το καφενείο του Κέκου και θα περάσει το τραμ, που φυσικά θα έχει wifi, και θα κλείσω εισιτήριο, μέσω internet, για μια συναυλία για το Τζαζ Φεστιβάλ στη Δερματούσα.

ΕΡ.: Ποια η σχέση των Ζακυνθινών με τη ζωγραφική;
ΑΠ.:
Οι Ζακυνθινοί που γνωρίζω, έχουν πραγματικά υψηλή αισθητική. Δεν το περιμένεις, είναι μια έκπληξη. Μάλλον κουβαλάνε όλες τις εικαστικές εμπειρίες των πατεράδων τους.

ΕΡ.: Για ποιους λόγους αγαπάτε τη Ζάκυνθο;
ΑΠ.:
Ανήκω σε μια συνομοταξία ανθρώπων, όπου το παρελθόν, είτε σαν νοσταλγία είτε σαν ευκαιρία ψυχοθεραπείας, είναι βασικό συστατικό της ζωής τους και έχουν αδήριτη ανάγκη να το σκαλίζουν διαρκώς. Εκτός, όμως, από αυτούς τους μεταφυσικούς λόγους, υπάρχουν στο νησί άνθρωποι που αγαπώ και εκτιμώ ιδιαίτερα και φχαριστιέμαι πολύ όταν πίνουμε μαζί ένα ποτηράκι Αυγουστιάτη. Ο κάθε τόπος είναι οι άνθρωποί του, χωρίς αυτούς είναι ένα μουσείο. Ενδιαφέρον μεν, μουσείο δε.

ΕΡ.: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ζωγράφος και αγιογράφος;
ΑΠ.:
Στη ζωγραφική ο Van Gogh, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Balmer, ο Κεχαγιόγλου, οι δυο τελευταίοι σαν πιο συγγενείς με το δικό μου πνεύμα. Στην αγιογραφία ο π. Σταμάτης Σκλήρης και ο Γιώργος Κόρδης, σπουδαίοι δάσκαλοι και πολύ αγαπημένοι φίλοι.

ΕΡ.: Ποιο έργο ζωγραφικής σας έχει σημαδέψει;
ΑΠ.:
Κανένα, δεν είμαι τέτοιος τύπος. Πρώτα είναι η ζωή, η τέχνη ακολουθεί και μεγάλη τύχη όσοι την υπηρετούν. Έχουν το προνόμιο να ζουν, κάνοντας κάτι τόσο γοητευτικό. Η ζωή, λοιπόν, και τα τόσα προβλήματα, που το ένα γεννάει το άλλο, η ψευδαίσθηση ότι θα τα λύσεις, η αυταπάτη ότι τα ξεπέρασες, οι αλλαγές που δε γίνονται, γιατί είναι σπάνιες, αργές και λίγες. Οι συναντήσεις με τους φίλους, τα γλέντια, οι βόλτες, αλλά και τα αδιέξοδα, η μοναξιά, η σκληρότητα της ζωής. Τι να σε πρωτοσημαδέψει, λοιπόν, πραγματικά; Το καλοκαίρι άκουσα, στην «Κρύπτη», τον Τίτο Πατρίκιο να εξομολογείται στο κοινό ότι έχασε τη σύζυγό του και πως, για εκείνον, η περιουσία τού κάθε ανθρώπου είναι οι φίλοι του. Πόσο πλούσιοι και πόσο μόνοι, λοιπόν, είμαστε, κατά την αντίληψη του Τίτου Πατρίκιου;

ΕΡ.: Ποιες οι επόμενες δραστηριότητές σας;
ΑΠ.:
Μαζί το φίλο μου, το Διονύση, να πάμε στα Στροφάδια με το κανό.
Να επιβιώσουμε, χωρίς σοβαρές απώλειες, το χειμώνα που έρχεται (δεν είμαι αισιόδοξος).
Να φυτέψω πατάτες καλές για τηγάνι.
Αν δεν τα καταφέρω αυτά (απαισιόδοξος και για τα τρία), έχω πιο σίγουρα τα εξής: το Νοέμβριο θα εκθέσω τη δουλειά μου, στις Βρυξέλλες, στη Gallery «Periplu».
Τον Οκτώβριο, είμαι καλεσμένος στο Παρίσι, για να κάνω ένα σεμινάριο βυζαντινής ζωγραφικής με την ίδια δομή, όπως αυτό που οργανώνω, κατά καιρούς, στη Ζάκυνθο.
Το καλοκαίρι του 2013, θα κάνω το ίδιο σεμινάριο στην καλοκαιρινή Ακαδημία SOAK (sommerakademie), που γίνεται, στο Βασιλικό, κάθε χρόνο, από Αυστριακούς. Στένεψε η Ελλάδα…
Σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία επικοινωνίας. Καλό χειμώνα, δεν είναι μια τυπική ευχή, θα είναι πολύ δύσκολος. Μετρήστε την περιουσία σας, κατά Πατρίκιο. Θα χρειαστεί …

Who is who
Ο Μπάμπης Πυλαρινός γεννήθηκε στην Ζάκυνθο το 1966.
Σπούδασε Φυσική και έμαθε ζωγραφική και αγιογραφία, μαθητεύοντας δίπλα στους Θανάση Φίλιο, Δημήτρη Χατζηαποστόλου, π. Σταμάτη Σκλήρη και Γιώργο Κόρδη.
Ζωγραφίζει, εικονογραφεί παιδικά βιβλία και αγιογραφεί φορητές εικόνες και τοιχογραφικά σύνολα σε εκκλησίες (Άγιος Νικόλαος Ιωαννίνων, Άγιος Στέφανος Μεταμορφώσεως Αττικής, Αρχάγγελοι Κρυόβρυσης Ιωαννίνων).
Διδάσκει βυζαντινή ζωγραφική, με τη μορφή σεμιναρίων και μαθημάτων, στην Αθήνα, στη Ζάκυνθο και το Παρίσι.
Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών και της Eλληνογαλλικής ομάδας καλλιτεχνών «Naute».
Έχει κάνει πέντε ατομικές εκθέσεις: στο Βυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου το 2001, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ζακυνθίων το 2005, στην Αθήνα το 2008 στο χώρο των εκδόσεων «Περίπλους», στο «Atelier Pilarinos» στην πλατεία Μητροπόλεως 11, καθώς και στο Παρίσι.