Καλλιεργώντας τα αμπέλια

ΖΑΚΥΝΘΟΣ- Ετούτη την εποχή, Aπριλομάης, τα κλήματα του αμπελιού και της σταφίδας έχοντας ξεπεράσει το στάδιο της χειμερίας νάρκης τους, βρίσκονται σε οργασμό ανάπτυξης.
Καταπράσινοι δροσεροί βλαστοί στολίζουνε τα πρέμνα, προσθέτοντας ξεκούραση και αισθητική ικανοποίηση στους οφθαλμούς μας και υποσχέσεις αποκομιδής μιας πλούσιας σοδιάς.
Τα καλλιεργούμενα χτήματα στο νησί, τόσο στα καμποχώρια, όσο και στα ορεινά χωριά αποτελούνε οάσεις πράσινου.
Το απαλό ανοιχτόχρωμο πράσινο βλαστών και φύλλων, ξεκουράζει ευεργετικά τον καθένα από μας, που θα θελήσει να αγναντέψει από κάποιο ύψωμα έστω και για λίγο αυτήν την ξεχωριστή ομορφιά.
Στον κάμπο ιδιαίτερα, τα παραλληλόγραμμα και ορθογωνισμένα χτήματα, τονίζουνε με την εικόνα που παρουσιάζουνε, την καπατσοσύνη των χωρικών.
Η καλλιέργεια των αμπελιών, τόσο τα επιτραπέζια όσο και τα κρασοστάφυλα, αλλά και της μαύρης σταφίδας, απαιτεί την μακρόχρονη και την συνεχή παρουσία των καλλιεργητών μέσα στα χτήματα.
Αξίζει να φέρουμε ξανά στη μνήμη μας το τι γινότανε τα παλαιότερα χρόνια αναφορικά με την καλλιέργειά τους. Τότε που καλλιεργούσανε οι χωρικοί παραδοσιακά τα αμπέλια τους και ο κάμπος έπαιρνε ζωή από τους πολυάριθμους εργάτες, που απασχολούνταν στα χτήματα.
Οι αργατείες σηματοδοτούσανε με την παρουσία τους, τα τραγούδια τους και τα πειράγματά τους τη ζωή στην ύπαιθρο του νησιού.
Πρώτα, πρώτα γινότανε το ξελάκκωμα όπου περιμετρικά του κάθε φυτού αφαιρούσανε με την αξίνα το χώμα, για να καταστραφούνε αφενός τα ζιζάνια, και αφετέρου να σχηματιστεί μια μικρή υποδοχή, στην οποία θα σωρεύονταν τα φύλλα που θα έπεφταν στη γη, και τα οποία σαπίζοντας θα εμπλουτίζανε το χώμα με διάφορα οργανικά στοιχεία.
Στη μικρή λακκούβα που σχηματιζότανε, αργότερα θα ρίχνανε και χωνεμένη κοπριά προκειμένου το κλήμα να λιπανθεί.
Δεύτερη στη σειρά εργασία ο κάθαρος.
Με τον κάθαρο, το χειμωνιάτικο κλάδεμα, αφαιρούσανε τις ξυλοποιημένες περιττές και άχρηστες λαίμαργες βέργες του φυτού και διαμορφώνανε το σχήμα του, συμμαζεύοντάς το.
Το σχήμα του πρέμνου, πρέπει να μοιάζει με ανοιχτό κύπελλο, με ισομερή διάταξη περιμετρικά των βλαστών του.
Ο κάθαρος άρχιζε από τον μήνα Δεκέμβριο και ολοκληρωνότανε τον μήνα Ιανουάριο.
Γινότανε με τη βοήθεια της ψαλίδας κλαδέματος και ενός χειροκίνητου μικρού πριονιού για τα χοντρά ξυλώδη τμήματα των φυτών. Το πριόνι το χρησιμοποιούσανε με φειδώ επειδή με τη χρήση του εργαλείου αυτού το φυτό πληγώνεται.
Μετά τον κάθαρο από τα μέσα Φεβρουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου, και προτού ακόμα αρχίσουνε να κυκλοφορούνε οι χυμοί στα φυτά, ακολουθούσε ο κλάδος.
Κατά τον κλάδο αφήνονται σε κάθε βέργα το τυφλό μάτι, η τσίμπλα, και δύο ακόμα οφθαλμοί που θα δώσουνε τις βέργες από τις οποίες θα πάρουμε τον καρπό.
Ανάλογα με την ποικιλία του σταφυλιού γίνεται και το αμολυτό κλάδεμα, που στην κάθε βέργα αφήνονται 4 έως 6 οφθαλμοί.
Οι τομές κατά το κλάδεμα γίνονται λοξές, με κλίση 45 μοιρών και κατεύθυνση αντίθετη της θέσης που βρίσκεται το πλησιέστερο μάτι.
Μετά το κλάδεμα γινότανε το σκάψιμο, όπου σχηματιζότανε τα κουτρούλια.
Ανάμεσα και πάνω στα κουτρούλια φυτρώνανε εύγεστα με χοντρά γουλιά χεροβότανα, που τρώγονται με ψωμένια σκορδαλιά.
Ακολουθούσε ο σκάλος, που το χώμα από τα κουτρούλια απλωνότανε ισομερώς σε όλη την έκταση του χτήματος.
Εν τω μεταξύ τα μάτια των φυτών αρχίζανε να φουσκώνουνε και να ανοίγουνε για να σχηματιστούνε οι καινούριο βλαστοί.
Αφού οι βλαστοί φτάνανε τα πέντε έως δέκα εκατοστά μήκος και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσανε, αρχίζανε τα ραντίσματα και τα θειαφίσματα.
Ράντισμα γινότανε και όταν ακόμα τα φυτά βρισκόντουσαν σε νάρκη, προκειμένου να διαφυλαχτούνε από την προσβολή της ίσκας, που ξέραινε κάποια από τα ξυλώδη μέρη τους, αλλά και για την καταπολέμηση των διαφόρων παρασιτικών εντόμων που διαχειμάζανε πάνω στα κούτσουρα ή και πάνω στο έδαφος και κάτω από τα κλήματα.
Τα ραντίσματα γινότανε με τις μηχανές ραντίσματος, που προσαρμοζότανε στις πλάτες των χωρικών.
Για το ράντισμα χρησιμοποιούσανε τον βορδιγάλιο, πολτό που παρασκευάζανε οι ίδιοι από διάλυμα θειικού χαλκού (γαλαζόπετρα) και σβησμένο ασβέστη.
Τα ραντίσματα και τα θειαφίσματα γινότανε σε τακτά χρονικά διαστήματα και ανάλογα με την πρόοδο των φυτών, την ανθοφορία τους, το δέσιμο του καρπού, το γυάλισμα της ρόδας των σταφυλιών.
Απαραίτητα όμως τα ραντίσματα γινόντουσαν μετά από βροχή.
Με την ανάπτυξη των βεργών, και προκειμένου τα σταφύλια να μην ακουμπήσουνε στο έδαφος, γινότανε το τσίτισμα.
Σηκώνανε δηλαδή τους φορτωμένους με καρπούς βλαστούς και τους στερεώνανε με τσίτες και καλάμια για να μην έρχονται σε επαφή με το έδαφος τα σταφύλια και σαπίσουνε.
Όταν αρχίζανε να σκαρίζουνε τα σταφύλια, γινότανε το ξεφύλλισμα, για μπορέσουνε ελεύθερα οι ακτίνες του ήλιου να φτάσουνε σ’ αυτά.
Όταν όλα πηγαίνανε καλά ακολουθούσε ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών στους ληνούς, το στύψιμο των στέμφυλων στις τσιπουρίες, η μεταφορά του μούστου στα βαρέλια…
Στα πρέμνα της σταφίδας και προκειμένου να μη ρέψουνε τα σταφύλια γινότανε το χαράκι.
Το χαράκι που γινότανε με τη βοήθεια της ψαλίδας χαρακιού και της φαρτσέτας χαρακιού, εργαλεία που φτιάχνανε οι φάβροι, ήθελε κόπο και τέχνη.
Και είναι εύκολο να καταλάβουνε τον κόπο και την κούραση των χωρικών, που γονατίζανε ή και ξαπλώνανε πάνω στη γη προκειμένου να φτάσουνε το κατάλληλο σημείο του κορμού του πρέμνου, αλλά και όσο αφορά τη δεξιότητά τους είναι επίσης κατανοητό ότι επιβαλλότανε να προσδιορίζουνε με ακρίβεια το βάθος της χάραξης, ώστε να αφεθούνε να κυκλοφορήσουνε τόσα υγρά όσα ήταν απαραίτητα για να δέσουνε τα σταφύλια και να μη ρέψουνε.
Σήμερα το χαράκι έχει αντικατασταθεί με το ράντισμα των σταφίδων με κάποιο χημικό σκεύασμα με το οποίο καθορίζεται το δέσιμο της ρόγας.
Ο τρύγος της σταφίδας απαιτούσε προετοιμασία που έπρεπε να γίνει αρχικά στα αλώνια.
Πρώτη εργασία λοιπόν το ξύσιμο και σκούπισμα των αλωνιών.
Ακολουθούσε το χρίσιμό τους με βοϊδινή κοπριά που την μουσκεύανε σε βαρέλια με νερό όπου γινότανε μια παχύρρευστη μάζα σαν αλοιφή.
Η λιωμένη μάζα σβουνιάς μετά το άπλωμά της στα αλώνια ξεραινότανε από τον ήλιο και τον αέρα και σχημάτιζε κρούστα.
Ο τρύγος της σταφίδας; γινότανε σε δύο στάδια, δύο χέρια. Στο πρώτο χέρι κόβανε όσες σταφίδες είχανε ήδη ωριμάσει μέχρι εκείνη την ώρα.
Το δεύτερο χέρι ακολουθούσε μετά από δύο εβδομάδες περίπου, όπου τρυγούσανε αυτές που γουρμάζανε στο μεταξύ.
Οι σταφίδες μεταφέρονταν και απλώνονταν στα αλώνια.
Μεγάλη αγωνία καταλάμβανε τότε τους χωρικούς, μήπως βρέξει και πάνε χαμένοι οι κόποι ολόκληρης της χρονιάς.
Ήτανε συνεχώς σε επιφυλακή και παρακολουθούσανε τα διάφορα σημάδια που θα τους φανέρωναν τον ερχομό της βροχής.
Μετά το ψήσιμο της σταφίδας, γινόταν το γραβάλισμα, όπου με τη βοήθεια των γράβαλων απομάκρυναν τα κοτσάνια των σταφυλιών.
Επόμενη εργασία το σώριασμα του ψημένου καρπού και ακολούθως και μακινάρισμα.
Ακολουθούσε το λίχνισμα.
Ύστερα γινότανε το σάκιασμα και η μεταφορά του καρπού, στην αποθήκη των εμπόρων, για να ακολουθήσει η επεξεργασία του προϊόντος στα σταφιδεργοστάσια και η φόρτωσή του στα πλοία για την εξαγωγή του στις αγορές της Ευρώπης.
Προσεισμικά δραστηριοποιούνταν στο νησί οι έμποροι σταφίδας: Αδελφοί Τσιρογιάννη, ο Σταύρος Γιγάντες και τα παιδιά του Παναγιώτης και Νικόλας, ο Γιάννης Βισβάρδης, ο Σπυρίδων Τυρογαλάς, οι αδελφοί Λογοθέτοι, ο Πόπος Καψάσκης.
Με τον καιρό ακολούθησε η δημιουργία του ΑΣΟ και της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών, που ανέλαβαν στη συνέχεια τη συγκέντρωση και εμπορία της σταφίδας.
Αξίζει να αναφερθεί ότι μετά το δεύτερο χέρι τρύγου της σταφίδας, στα χτήματα μπαίνανε τα παιδιά και μαζεύανε για πάρτη τους τις τσάμπες, που αφήνανε οι τρυγητάδες και τις απλώνανε χωριστά σε μια άκρη στα αλώνια, όπου κάνανε τη δική τους παρτίδα, την πορτάδα τους, που την πουλούσανε στους εμπόρους και εξασφαλίζανε κάποια λιγοστά χρήματα για τις προσωπικές τους ανάγκες, τετράδια, μολύβια, καραμέλες.
Βέβαια οι πορτάδες των παιδιών πάντοτε αυγατίζανε γιατί οι μεγάλοι, προσθέτανε και κάμποσες φτυαριές από την ξεραμένη σταφίδα, της δικής τους παραγωγή στo σωρό των παιδιών.