Povero Καρναβάλι

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος άλλο ένα ξέφρενο καρναβάλι έφτασε στο τέλος του και οι καρναβαλιστές με πόνο ψυχής συνόδευσαν το Βασιλιά Καρνάβαλο στην… τελευταία του κατοικία. Η πομπή ξεκίνησε από την πλατεία Ανάληψης, με επικεφαλής τη “χήρα” υπό το φως των φαναριών και των ήχων τύμπανων, με εξαπτέρυγες μάσκες και λάβαρα και συνοδευόμενοι από τους πένθιμους ήχους της Φιλαρμονικής και όσους από τους καρναβαλιστές αντέχουν τη θλίψη του αποχαιρετισμού. Ούτε για μία στιγμή δεν σταμάτησε ο ξεχωριστός ρυθμός που δίνουν οι καρναβαλιστές, οι οποίοι χάρηκαν και διασκέδασαν για μία ακόμη φορά την συμμετοχή τους στο καρναβάλι. Η τελετή, αφού διέσχισε την Αλ. Ρώμα, και την πλατεία Αγ. Μάρκου, κατέληξε στην πλατεία Σολωμού, όπου τελέστηκε η κηδεία, όπως αρμόζει στη φήμη του Ζακυνθινού Βασιλιά Καρνάβαλου, ενώ το δρώμενο παρουσιάστηκε, σε επιμέλεια του σκηνοθέτη – ηθοποιού Κώστα Καποδίστρια.
Μάλιστα, στον Επικήδειο του Καρνάβαλου όπου ήταν ένας ατυχής Ζακυνθινός μικρομεσαίος με προοδευτικές ρίζες και συμβιβασμένο παρόν, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
“Από παιδί φαινόσουνα μεγάλος πως θα γένεις
κι η φήμη σου στα πέρατα θα φτάσει τσ’ οικουμένης.

Τι να σου πρωτοθυμηθώ και να σου περιγράψω;


Μ’ έβαλες και σου ορκίστηκα ποτέ να μην σε κλάψω.

Μόνο τραγούδια μου ‘λεγες στο μνήμα να μου πείτε,
αλλιώς αλάργα από με να πάτε να σταθείτε.

Άξιος ήσουν σύζυγος και με το παραπάνω.

Απόδειξη η γυναίκα σου που στέκεται απάνω
σ΄ ευτό το μαύρο φέρετρο και σε θρηνεί με πάθος
μαζί με τις κουνιάδες σου. Πες μου αν κάνω λάθος.

Για ούλες φρόντιζες εσύ τίποτα να μη λείψει,
ώσπου εξεζουμίστηκες λες και σε είχαν στύψει.

Πως να τα βγάλεις δύστυχε με δάυτες ούλες πέρα;

Δεν μπόρεσες κακόμοιρε να δεις μιαν άσπρη μέρα.

Όλο απαιτήσεις ήτανε και εσύ δυστυχισμένε/
αιώνιο θύμα, φουκαρά και ταλαιπωρημένε/
σαν είλωτας εδούλευες απ’ το πρωί ως το βράδυ/
για να σε πάρει ο χάροντας. Σ΄ έφαγε το σκοτάδι.

Πού να τα βάλεις φίλε μου με ούλα τα κοράκια
που πέσανε και σ’ έστειλαν ευθύς στα θυμαράκια;
Μια δουλούλα ήθελες.. λίγο προσοδοφόρα.

Και ότι τα κατάφερες εβούλιαξε η Χώρα.

Μόλις κι εσύ αισθάνθηκες πως γίναμε Ευρώπη
είπες να ζήσεις φουκαρά όπως και κει οι ανθρώποι.

Να γίνεις μπίζνεσμαν σωστός. Κοινωνικά ν’ ανέβεις.
Πού να το επερίμενες έτσι πως θα κατέβεις.

Οι τράπεζες σε μούρλαναν. Σου πήραν τα μυαλά σου.
Και δώστου κάρτες δάνεια στην οικογένεια σου.

Σπίτι στην χώρα για καλό, εξοχικό επίσης
λούσα ξενύχτια, διακοπές να πας να κυνηγήσεις.

Και εσύ συνέχεια τσίμπαγες. Σε είχανε βουρλίσει.

Πού να το δεις κακόμοιρε πως έρχεται η κρίση.

“Λεφτά υπάρχουν” σου ‘πανε κι έτρεξες να τα πάρεις.

Τσου δωσες και το ψήφο σου γι΄ αντάλαγμα τση χάρης.

Και ξαφνικά ήρθε το μπαμ και αχρηστος τσου ήσουν.

Το ξήλωμα σου αρχίσανε χωρίς να σε ρωτήσουν.
Πίσω σου πήραν γλήγορα ούλα τα υπάρχοντα σου.

Άδικα έψαχνες εσύ να βρεις τον άρχοντα σου.

Εκείνος έτρεχε αλλού σ’ ανατολή και δύση,
μπας και βρεθεί αγοραστής τίποτα να πουλήσει.

Δεν πρόλαβες κακόμοιρε να δεις το πίεσαϊ.
Σε σκάσανε και στο εξής το χώμα θα σε φάει.

Καθημερινά τηλέφωνα εκειές οι κοπελούλες.
Να τσου πληρώσεις ήθελαν αμέσως τσι καρτούλες.

Αμή εκείνος ο χοντρός εις την οικονομία.

Σου ρούφηξε ταλαίπωρε ούλα τα μεγαλεία.

Φόροι από δω, φόροι από κει, και δώστου ξανά φόροι.

Με τρούπιο εκατάντησες στο τέλος αποφόρι.

Δεν εύρισκες κακόμοιρε πούπετα ν’ ακουμπήσεις.
Ούλοι σε αποφεύγανε μη πάει και τσου κολλήσεις.

Επήγες εις το βουλευτή. Ήτανε σα χαμένος.
Σκέφτομαι να παραιτηθώ σου είπε απελπισμένος.

Πήγες στην περιφέρεια. Τι ήθελες να σου κάμουν;
Αφού δεν τους εψήφησες πώς θες να σε συνδράμουν;

Ο δήμαρχος εγίνηκε χαλί να τον πατήσεις.
Όμως του κόψαν τα λεφτά και τι να του ζητήσεις;

Και εκεί που ευρισκόσουνα μες την απελπισία,
άκουσες ότι γίνεται μεγάλη μοιρασία
στο επιμελητήριο. Ας πάω να τσου ζητήσω,
σου πέρασε απ΄ το μυαλό κι έτρεξες εκεί πίσω.
Απάνω σαν ανέβηκες βρήκες κλειστές τσι πόρτες.
Μέσα συνεδριάζανε ωσαν τσου συνωμότες.
Σε ρώτησαν τι ήθελες ούλο καχυποψία,
Ο σκούληκας μη σ’ έβαλε να κάμεις φασαρία.
Στο αίτημα σου δυστυχώς δεν ανταποκριθήκαν.
Λύση καμιά φουκαρά εκείνοι δεν σου βρήκαν.
Σε βάρεσε εγκεφαλικό κι έφυγες με την μία.
Δεν άντεξες άλλο να ζεις σ’ αυτή τη κοινωνία.

Κι άφησες πίσω ούλους εμάς να μας βαρούν τα σμπάρα,
και να μας ψένουν τσι καρδιές και στι ψυχές στη σκάρα.

Σε χαιρετάμε φίλε μου σ΄ ευτό σου το ταξίδι.
Και ως του χρόνου ευχόμαστε να μην μας φάει το φίδι”.

Στη συνέχεια, η αγκαλιά του Ιονίου δέχτηκε την τέφρα του, κάτω από ένα πανόραμα βεγγαλικών μέσα σε μια Ζακυνθινή ατμόσφαιρα, με το Δήμαρχο Ζακυνθίων, Στέλιο Μποζίκη, να καλωσορίζει το Καρναβάλι του 2013. Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν τα μεσάνυχτα στο Καζίνο όπου πραγματοποιήθηκε και το έθιμο της “Λαγάνας”.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΤΗΝ “ΗΜΕΡΑ”