Ο Φρειδερίκος Άνταμ και η Ζάκυνθος

Του Γιάννη Δεμέτη

Μπορεί όπως είδαμε, με το σημείωμα της προηγούμενης Πέμπτης, να χαράχτηκε, στη διάρκεια της αγγλικής «προστασίας», ένας δρόμος, για να κάνει ιππασία, η Λαίδη Άνταμ όταν βρισκότανε στο νησί, όμως ο στρατηγός σύζυγός της συνέδεσε την εδώ παρουσία του με κάποια από τα πιο θλιβερά και τραγικά γεγονότα, που έλαβαν χώρα τα προεπαναστατικά χρόνια και σηματοδοτήσανε την τοπική και όχι μόνο ιστορία.
Τα γεγονότα εκείνα. όπως θα δούμε πιο κάτω, εκτός από δραματικά και απάνθρωπα εξακολουθούνε τη διαιώνισή τους, σε δύο περιπτώσεις.
Η μια αφορά ένα τοπωνύμιο και η άλλη το παρατσούκλι μιας οικογένειας.
Ο Φρειδερίκος Άνταμ στρατηγός των Βρετανικών δυνάμεων στα Εφτάνησα, στις 10 Απριλίου 1824 διαδέχτηκε τον Μαίτλανδ ως αρμοστής και παρέμεινε μέχρι το 1832, όπου έφυγε από τα Επτάνησα για τις Ινδίες, που διορίστηκε κυβερνήτης.
Κερκυραϊκή λιθογραφία, που τον εικονίζει ως αρμοστή, αναγράφει: Η αυτού εξοχότης ο στρατηγός ΚΣ Φεδερίκος Άδαμ ιππεύς πρωτοστάτης του τιμιωτάτου στρατιωτικού τάγματος του Λουτρού, ιπ(πότης) του Αυτοκρ(ατορικού) Αυστριακού τάγμ(ατος) της Μαρίας Τερέζης, ιπ(πότης) του Αυτοκρ(ατορικού) Ρωσσικού τάγμ(ατος) της Αγίας Άννης, της πρώτης τάξεως Μέγας Σταυροφόρος του εξόχ(ου) τάγμ(ατος) των Αγ(ίων) Μιχαήλ και Γεωργίου, Ηγεμών των Στρατευ(μάτων) της Α(υτού) Βρετανικής Μ(εγαλειότητος) παρά ταις Ενωμ(ένες) Επαρχ(ίες) των Ιωνικ(ών) Νήσων.
Το Φθινόπωρο του 1819 εξεγερθήκανε εναντίον των αρχόντων οι χωρικοί της Λευκάδας.
Η εξέγερση είχε σαν αποτέλεσμα να φονευθούν αρκετοί Άγγλοι και εκ του γεγονότος αυτού κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος από τον αντικαταστάτη του Μαίτλανδ, που βρισκότανε στη Μάλτα, στρατηγό Άνταμ.
Με την επιστροφή του Μαίτλανδ από τη Μάλτα, 6 Δεκεμβρίου 1819, η υποχείριος στους Άγγλους γερουσία και με δεδομένο την επιθυμία του Μαίτλανδ, να επισκεφθεί τα Ιόνια Νησιά, τον κάλεσε να κηρύξει τον στρατιωτικό νόμο σε όποια γωνία του Ιονίου εδάφους επιθυμούσε.
Την ίδια εποχή, στη Ζάκυνθο, παρασκηνιακά κινούμενο το αρχοντολόι, κατάστρωνε σχέδιο για την εξόντωση του Αντωνίου Μαρτινέγκου, ο οποίος τους είχε μπει στο μάτι με τις ενεργειές του, ενώ παράλληλα απέβλεπε στην απομάκρυνση των Άγγλων.
Το ασήμαντο επεισόδιο της αποδοκιμασίας του φίλα προσκείμενου στους Άγγλους πρωτοπαπά Γαρζώνη, στο χωριό Σκουλικάδο, από μερικά παιδιά, παρουσιάστηκε από το αρχοντολόι σαν επανάσταση.
Τότε ο Άνταμ οργάνωσε εκστρατεία και την 21η Ιουλίου 1820, επικεφαλής 200 άγγλων στρατιωτών ήρθε στο νησί προκειμένου να συλλάβει τον Μαρτινέγκο.
Η σύλληψη του Μαρτινέγκου ανέκοψε την δραστηριότητα του λαού, χωρίς όμως και να ανακοπεί το πνεύμα της εξέγερσης, καθώς και τις προετοιμασίες για την συγκέντρωση εφοδίων για τον απελευθερωτικό αγώνα εναντίον των Τούρκων, που σε λίγο θα ξεσπούσε.
Ο Μαρτινέγκος μετά τη σύλληψη και τη μεταφορά του στην Κέρκυρα κατέληξε σε ένα σκοτεινό κελί στις φυλακές του Παλιού Κάστρου, σε πλήρη απομόνωση.
Ακολούθησε σκηνοθετημένη δίκη και καταδίκη του Μαρτινέγκου σε δωδεκαετή ειρκτή, αλλά και καταδίκη κάποιωνσυνεργατών του, όπως του Αναστασίου Πέτα ή Κουκή σε εξαετή ειρκτή.
Η εδώ παρουσία του Άνταμ είχε σαν αποτέλεσμα να αντιληφθεί προσωπικά, ότι σε ενδεχόμενη μελλοντική επανάσταση στο Μοριά, η Ζάκυνθος θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο, όπως εξάλλου και έγινε.
Ακολούθησαν τα δραματικά γεγονότα του «Υψόλιθου», 30 Σεπτεμβρίου/12 Οκτωβρίου 1821, όπου δόθηκε αφορμή στον Άνταμ να πρωταγωνιστήσει κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο και οδηγώντας στην αγχόνη τους Θεόδωρο Πέτα ή Γλάρο, Παναγιώτη Ρουμελιώτη, Διονύσιο Κοντονή, Αντώνιο Γράμψα ή Τζούκο και Ιωάννη Κλαυδιανό.
Αφορμή για την έναρξη των επεισοδίων ήταν τα πυρά των χωρικών της Ζακύνθου προς ένα τουρκικό πλοίο, που κυνηγημένο από Ελληνικά πλοία είχε καταφύγει στην περιοχή για να γλιτώσει.
Προκειμένου να συμπαρασταθούνε στους Τούρκους προστρέξανε άγγλοι στρατιώτες, και σε μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ένας στρατιώτης και τραυματίστηκε ο αρχηγός του αποσπάσματος.
Ο Άνταμ καταφθάνοντας από την Κέρκυρα, κηρύσσει στρατιωτικό νόμο και συλλαμβάνει όλους εκείνους, που δημιουργούσανε κατά καιρούς προβλήματα στην αγγλική διοίκηση και άλλους μεν φυλακίζει, άλλους δε εξορίζει, ενώ δημεύει και κατεδαφίζει τα σπίτια όσων θεωρήθηκαν αρχηγοί στα επεισόδια του Υψολίθου.
Συστήνει στη συνέχεια στρατοδικείο στο οποίο προεδρεύει, και καταδικάζει, με αμφιλεγόμενες μαρτυρίες, σε θάνατο τους πέντε χωρικούς που προαναφέραμε.
Η εκτέλεσή τους έγινε δημόσια, με απαγχονισμό, στην πλατεία του Αγίου Νικολάου του Μόλου και τα πτώματά τους, αφού τα περιέχυσαν με καυτή πίσσα, τα έβαλαν σε σιδερένια κλουβιά και κρέμασαν, τα τέσσερα, στο λόφο του Προφήτη Ηλία, πάνω από την πόλη της Ζακύνθου σε κοινή θέα.
Το κλουβί με τον Κλαυδιανό το μετέφεραν και το κρέμασαν στο χωριό του Φιολίτη, απέναντι από το σπίτι του, στο λόφο της Αγίας Ιερουσαλήμ, υποβάλλοντας σε φοβερή δοκιμασία την μητέρα του, που ήταν αναγκασμένη να ζει καθημερινά και για χρόνια αυτό το μαρτύριο.
Από τότε ο λόφος της Αγίας Ιερουσαλήμ λέγεται και «Λόφος του Κρεμασμένου». Αυτό είναι το τοπωνύμιο, που ανάφερα στην αρχή του σημειώματος, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα.
Τώρα αν πραγματικά οι καταδικασθέντες είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο, είχαν απλή συμμετοχή ή και καμιά συμμετοχή στα γεγονότα, οι αναφορές από τους ιστορικούς του νησιού είναι αντιφατικές.
Διεξοδικά αναφέρεται ο Διονύσης Φλεμοτόμος στο βιβλίο του «Γιάννης Κλαυδιανός ο Φιολιταίος».
Κατάλοιπο των πράξεων του Άνταμ είναι η προσθήκη «Λόφος του Κρεμασμένου» στην ονομασία του λόφου της Αγίας Ιερουσαλήμ.
Η δεύτερη αναφορά σε σχέση με το ίδιο γεγονός, είναι το παράνομα της οικογένειας Ακτύπη, που κατοικεί στην περιοχή του Κυδωνιού και οφείλεται στο γεγονός της τοποθέτησης των σιδερένιων κλουβιών με τους απαγχονισμένους Ζακυνθινούς, στο λόφο του Προφήτη Ηλία στην περιοχή των Καμινίων.
Τα πισσωμένα σώματα των κρεμασμένων τα έβλεπαν οι κάτοικοι ολόκληρης σχεδόν της πόλης, αλλά και οι χωρικοί που διέσχιζαν την οδό που οδηγούσε στην πόλη.
Προφανώς οι άγγλοι «προστάτες» να τα τοποθετήσανε εκεί θέλοντας να τρομοκρατήσουμε τον λαό.
Αναφορικά με τη φοβερή αυτή πράξη τους, της τοποθέτησης των σωμάτων των νεκρών, σε σιδερένια κλουβιά, ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος αναφέρει ότι σε συζήτηση που είχε με τον Γλάδστωνα, τον Δεκέμβριο του 1857, εκείνος του είπε ότι «η τιμωρία αυτή, εφαρμοζότανε από παλιά εις την Αγγλία».
Εκείνος δε απάντησε: «ότι μπορεί να εφαρμόζεται στην Αγγλία και να μη θεωρείται βάρβαρη πράξη, όμως εδώ θεωρείται και είναι βάρβαρη».
Τα πισσωμένα τέσσερα σώματα τα έβλεπαν καθημερινά και οι κάτοικοι του Κυδωνιού, περιοχής που δεν απέχει πολύ από την περιοχή των Καμινίων, και ένας από αυτούς, κατά μαρτυρίες παλαιών Ζακυνθινών, κάθε φορά που τα έβλεπε, αναφωνούσε οι «πισσωμένοι».
Λέγεται ότι η αναφώνηση της λέξης αυτής, του προσέδωσε το παρατσούκλι «πισσωμένος», που έκτοτε φέρει η οικογένεια Ακτύπη.
Αυτά για να θυμόμαστε και να μη ξεχνάμε.