Το Φαβραρείο του πατέρα μου

Του Γιάννη Δεμέτη

Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στην προσεισμική γειτονιά του Αγίου Λαζάρου, μια παραγωγική γειτονιά, που εκτεινότανε στον κεντρικό ομώνυμο δρόμο, οδός Αγίου Λαζάρου, από το πλάτωμα του Αγίου Παύλου έως την Καμάρα, και που συνέδεε την πόλη (Χώρα), με τα περισσότερα από τα χωριά του νησιού. Η γειτονιά περιελάμβανε και τα κάθετα στον κεντρικό δρόμο δρομάκια (τα καντούνια), καθώς και την περιοχή των Καμινίων.
Η δομή της γειτονιάς είχε μια ενδιαφέρουσα ιδιορρυθμία, καθώς εκεί βρισκόντουσαν τα περισσότερα από τα παραγωγικά μαγαζιά του νησιού, δίπλα – δίπλα με ναούς, το Δημοτικό υδραγωγείο, και αρκετές κατοικίες στις οποίες κατοικούσανε μαστόροι και εργάτες, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι του λαού.
Στα παραγωγικά μαγαζιά ανήκανε φαρβαρεία, καροποιεία, σαμαράδικα, ξυλουργεία, εργαστήριο για τορνάρισμα ξύλων, σαπουνάδικο, ελαιοτριβεία, φανοποιεία, τσαγκαράδικα, καταστήματα επιδιόρθωσης παπουτσιών (μπαλωματάδικα), τσαρουχάδικο, πεταλωτήρια, εργαστήριο για το γάνωμα μπρούντζινων ταψιών, καταστήματα κατασκευής σάκων για λιτρουβία, κουρεία, τροχεία, αλευρόμυλους, μύλο άλεσης φάβα, ζαχαροπλαστεία, μπρουτζοχυτήριο, εργαστήριο κατασκευής πυροτεχνημάτων, εργαστήριο παρασκευής μακαρονιών, εργαστήριο για ψάθωμα καρεκλών, εργαστήριο κατασκευής όπλων, οπλοπωλείο, κατάστημα εμπορίας ζώντων πουλερικών, αυγών, αμυγδάλων και μανουσακιών, κατάστημα εμπορίας υφασμάτων, εμπορίας ζωντανών και πνιγμένων στα βρόχια τρυγονιών, επιδιόρθωσης παπλωμάτων, καθώς και ταβέρνες, μαγέρικα, καφενεία, μπακάλικα, μανάβικα, κρεοπωλεία, φαρμακείο, κατάστημα πώλησης ζωοτροφών, βιοτεχνία ποτοποιίας, οινολογικό εργαστήριο, τυροκομείο, φούρνους, αποθήκες συγκέντρωσης λαδιού, συγκέντρωσης λιοκοκκιού, συγκέντρωσης σταφίδας, χάνια, καρβουναποθήκες, αποθήκες εμπορίας ασβέστη, καταστήματα ενοικίασης ποδηλάτων και μοτοποδηλάτων, κατάστημα πώλησης κεραμιδιών, αγγείων για μαγείρεμα, βίκων για το νερό, τρισινολόγων και κατρουγυαλιών.
Στη δραστηριότητα των μαγαζιών στηριζότανε, σε μεγάλο μέρος η οικονομία του νησιού λόγω της παραγωγής και του εμπορίου, εργαλείων και σκευών, γεωργικών προϊόντων, και διαφόρων εφοδίων.
Με τα δεδομένα της εποχής, οι κάτοικοι της γειτονιάς, χωρίς να χαρακτηρίζονται πλούσιοι, είχαν την οικονομική άνεση που προσέφερε η δουλειά τους και που τους έδινε σε καθημερινή βάση κάποια χρήματα.
Θυμάμαι ότι και στην περίοδο της ιταλογερμανικής κατοχής το πρόβλημα της πείνας μετριάστηκε, λόγω ανταλλαγής προσφοράς εργαλείων και μαστοροσύνης με γεωργικά προϊόντα.
Η ζωή στη γειτονιά κοινωνικοπολιτικά, εξελισσότανε για τους μεγάλους και τους μικρούς σε μια αρμονική διαδικασία, όπου ο ένας σεβότανε τον άλλον και το ουσιαστικό και ειλικρινές ενδιαφέρον καταγραφότανε αυτονόητα.
Οι δραστηριότητες των κατοίκων της γειτονιάς χαρακτηριζότανε από πατρική, μητρική και αδελφική φροντίδα, αλλά και αρκετές μάντσιες και καλοπροαίρετα πειράγματα.
Τα παιδιά μεγαλώνοντας στους ρυθμούς ζωής της γειτονιάς, παρακολουθούσαμε τα όσα λαβαίνανε χώρα εκεί, διαμορφώνοντας τη δική μας ζωή, με όσο το δυνατό πιο απλούς τρόπους.
Απ’ όταν άρχισα να στέκουμε στα πόδια μου, άρχισα να πηγαίνω στο μαγαζί του πατέρα μου, το φαβραρείο του Μιχαήλ ή Μίκιου Δεμέτη, που βρισκότανε λίγο πιο μακριά από το σπίτι που κατοικούσαμε.
Το μαγαζί στεγαζότανε σ’ ένα διώροφο οίκημα ιδιοκτησίας του Νιόνιου Τουρίκη ή Πανά, που από τον όροφο είχανε αφαιρέσει το πάτωμα και το ταβάνι έτσι, που να φαντάζει, όταν έμπαινες μέσα, πανύψηλο.
Περνώντας την είσοδό του, σαν σήκωνες προς τα πάνω το κεφάλι σου, έβλεπες ένα αρκετά μεγάλο κενό.
Τη ματιά σου τραβούσε η εικόνα από τα μαυρισμένα τράβα της σκεπής και οι φωτεινές δέσμες από τις ακτίνες του ήλιου, που μπαίνοντας από τις χαραμάδες σχηματίζανε φωτεινά τόξα, που μέσα τους χορεύανε με αδιάκοπους στροβιλισμούς μικροσκοπικά κομματάκια καρβουνόσκονης, μέχρι που νικημένα από τη βαρύτητα, προσγειωνότανε σ’ όλες τις προσφερόμενες επιφάνειες του μαγαζιού, σχηματίζοντας αλλού σωρούς και αλλού λεπτότερα στρώματα.
Το μαύρο χρώμα της καρβουνόσκονης κυριαρχούσε παντού.
Από ορισμένα σημεία της οροφής, κρεμότανε μαυρισμένοι ιστοί από αράχνες, δίνοντας έτσι μια εικόνα πρόσθετου χάους στο ψηλοτάβανο μαγαζί.
Μου άρεσε να παρακολουθώ τον πατέρα μου να δουλεύει, φορώντας μια πέτσινη ποδιά, που έφτανε μέχρι το πάνω μέρος του στήθους του, για να τον προφυλάσσει από τη φωτιά του καμινιού και τις σπίθες του πυρακτωμένου υπό κατασκευή γεωργικού εργαλείου, όση ώρα το σφυροκοπούσε μαζί με τους βοηθούς του, πάνω στο αμόνι.
Ήτανε έντονα μαυρισμένος από την ένταση της φωτιάς, σχεδόν καμένος, και τα χέρια ήτανε ροζιασμένα, ενώ το δέρμα των παλαμών του είχε γίνει πολύ σκληρό.
Θυμάμαι που μαλάκωνε τα χέρια του, αλείφοντάς τα με γλυκερίνη.
Το ενδιαφέρον μου, όταν πήγαινα στο μαγαζί του, αποσπούσε η δεξιοτεχνία με την οποία κατόρθωνε να κατασκευάσει ένα γεωργικό εργαλείο, μεταμορφώνοντας ένα ασχημάτιστο κομμάτι από σίδερο σε σύνεργο για τον αγρότη, προκειμένου να καλλιεργήσει τη γη.
Το ασχημάτιστο κομμάτι σίδερου προερχότανε από μια λάμα, που αγοράζανε από το εμπόριο, και είχε προέλευση τη Σουηδία.
Ανάλογα με το γεωργικό εργαλείο, που ήθελε να κατασκευάσει, έκοβε και το μέγεθος σίδερου.
Για να κοπεί, έπρεπε να πυρωθεί η λάμα στο καμίνι και στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός κοπιδιού και το χτύπημα με το σφυρί και τις βαρείες να κοπεί.
Από κει και πέρα άρχιζε η διαδικασία της κατασκευής του γεωργικού εργαλείου.
Κατ’ αρχήν, προκειμένου για αξίνα, κατασκευαζόταν ο ακούτης.
Με τον ίδιο τρόπο γινόντανε και τα τσεκούρια, ή τα σφυριά.
Το σίδερο αφού το πύρωνε στο καμίνι, κρατώντας το με ένα σιδερένιο τσιμπίδι, το μετέφερε στο αμόνι και χτυπώντας, εκείνος με το σφυρί του και οι δύο βοηθοί με τις βαρείες, περιορίζανε τη μια πλευρά του σίδερου.
Με τη βοήθεια ενός ορθογώνιου μπολιδιού, που το κρατούσε με ένα άλλο τσιμπίδι, δίνανε το επιθυμητό σχήμα στο σημείο, που θα έφτιαχνε τον ακούτη, προκειμένου για την αξίνα.
Για να κάνει συνέχεια την τρύπα, που θα έμπαινε το στειλιάρι, χρησιμοποιούσε πρώτα ένα στρογγυλό μικρό μπολίδι και στη συνέχεια ένα μεγαλύτερο.
Αφού τελειώνανε με τον ακούτη, ακολουθούσε η κατασκευή του κυρίως τμήματος της αξίνας, που ανάλογα με τα χώματα που θα σκάβανε, την φτιάχνανε είτε στελάδα, είτε ισόδρομη.
Η κατασκευή συνεχιζότανε αφού πυρωνότανε το σίδερο ακόμα κάμποσες φορές, και με σφυροκόπημα των σφυριών, που γινότανε πάντοτε υπό την καθοδήγηση του πατέρα μου, του μάστορα, ολοκληρωνότανε.
Το αμόνι κελαηδούσε από τα χτυπήματα των σφυριών.
Νόμιζες ότι άκουγες καμπάνες, που σημαίνανε.
Υπήρχαν και ιδιαίτερα μοτίβα, που ακολουθούσανε, και είχαν και ονομασίες: κατεβατό, αμυγδαλάτο.
Εκεί όμως, που χρειαζότανε ιδιαίτερη καπατσιτά, ήτανε η διαδικασία του ατσαλώματος της αξίνας.
Το ατσάλωμα γινότανε για να γίνει ανθεκτικό το κάθε εργαλείο που έφτιαχναν και να μην τρώγεται κατά τη χρήση του.
Έτσι κολλάγανε στο μπροστινό μέρος του, ένα κομμάτι ατσάλι.
Το ατσάλι με το σίδερο πυρωνόντουσαν στο καμίνι και με τη βοήθεια του βόρακα (μπουράζου), μιας σκόνης που αγοράζανε από τα φαρμακεία, επιτυγχάνανε την συγκόλληση.
Ο μάστορας οδηγούσε χτυπώντας με το σφυρί του τους βαρετάδες για να χτυπήσουνε στο σημείο που εκείνος ήθελε.
Η όλη εργασία γινότανε με περίσσια βιασύνη, χωρίς την παραμικρή αργοπορία.
1)Στη βράση κολλάει το σίδερο.
Μετά το ατσάλωμα αφήνανε το εργαλείο να κρυώσει, το τροχίζανε με τη λίμα, και ο μάστορας το έβαφε, αφού το ζέσταινε ελαφρά στη φωτιά, βουτώντας το σε μια γούρνα με νερό.
Το βάψιμο ήτανε τέχνη, που την αποκτούσανε με τα χρόνια, γιατί έπρεπε το ατσάλι να μη γίνει σκληρό και σπάσει κατά την επαφή του με πέτρες στο χωράφι, ούτε μαλακό και το στόμιο της αξίνας γυρίσει και έτσι γίνει ακατάλληλο για δουλειά.
Μικρός, πολλές φορές τραβούσα το φυσούνι, και πότε, πότε έδινα σφήνες στους χωρικούς, όταν αγοράζανε αξίνες, και εκείνοι μου δίνανε πιπεράτζιο, φιλοδώρημα.
Τις σφήνες τις χρειάζονταν για να προσαρμόσουν στην αξίνα το στειλιάρι.
Ήτανε τα πρώτα χρήματα που κέρδισα.
Στην περίοδο μετά την κατοχή, επειδή υπήρχε μεγάλη έλλειψη σίδερου, προκειμένου να φτιάξουνε οι φάβροι γεωργικά εργαλεία, παίρνανε τις οβίδες, που είχανε αφήσει στην περιοχή του Ατσαλή, στα Καμίνια, εκεί που είχανε τα κανόνια τους οι Γερμανοί.
Τις οβίδες τις αδειάζανε από τη δυναμίτιδα που περιείχαν νεαρά παιδιά για να τη χρησιμοποιήσουνε στο ψάρεμα.
Δυστυχώς αρκετοί πληρώσανε την παράτολμη αυτή πράξη τους με τη ζωή τους ή την αρτιμέλειά τους.
Σήμερα κανένα πλέον από τα παραγωγικά μαγαζιά, που υπήρχανε στη γειτονιά δεν υπάρχει.
Και η γειτονιά του Αγίου Λαζάρου άλλαξε, όπως βέβαια και ολόκληρο το νησί.