Περί του Λόφου Στράνη A΄

του Γιάννη Δεμέτη

Μια τοποθεσία ιδιαίτερα σημαντική για το νησί μας, εξ αιτίας του βάρους της ιστορικής φήμης που κουβαλά, είναι ο λόφος Στράνη.

 Πινακίδα τοποθετημένη από παλιά εκεί, έγραφε πληροφορώντας τον επισκέπτη:

“ΕΔΩ ΕΝΕΠΝΕΥΣΘΗ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΕΝ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΤΟΝ ΥΜΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ ΤΟΝ ΜΑΙΟΝ ΤΟΥ 1823”.

Όπως είναι γνωστό μετά την επιστροφή από την Ιταλία του Διονυσίου Σολωμού και τη σύνδεσή του με τον Λουδοβίκο Στράνη, ο δεύτερος του είχε παραχωρήσει την έπαυλη, που διέθετε στην περιοχή του Ακρωτηρίου, για να περνάει τα καλοκαίρια του.

Μεταξύ των άλλων ο Διονύσιος Σολωμός, κατά τη διαμονή του στο λόφο, έγραψε και το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία».

Αφού έγινε γνωστό το γεγονός, ο λόφος έγινε σημείο αναφοράς από τους λογίους, και χώρος επίσκεψης για τους επισκέπτες του νησιού.

Ο Ντίνος Κονόμος στο έργο του ΖΑΚΥΝΘΟΣ (πεντακόσια χρόνια)  1478-1978, τόμος δεύτερος, σελ. 12, γράφει: «Σε μικρή απόσταση από την έπαυλη, δίπλα σε τρία γέρικα δέντρα, υπήρχε αναπαυτικός ξύλινος καναπές, όπου συνήθιζε ο Σολωμός να κάθεται και να γράφει».

Τόπος προσκυνήματος, είχε καταστεί ήδη, από τα πρώτα κιόλας χρόνια, και παρότι αποτελούσε ιδιοκτησία, δεν ήταν λίγοι εκείνοι, που ακολουθώντας ένα στενό μονοπατάκι, μέσα από το αιωνόβιο λιοστάσι, έφταναν μέχρις εκεί.

Από τους Στράνη ο λόφος μεταβιβάστηκε στους Κομούτους και από αυτούς το έτος 1931 στους Ραζή.

Την εποχή που ο λόφος ανήκε στην οικογένεια Ραζή, η αισθητική παρέμβαση ήταν απλή και ιδιαίτερα προσεγμένη.

Τα πουρνάρια διατηρούσαν τη φρεσκάδα τους, δάφνες σε ημικυκλική διάταξη καθόριζαν το χώρο (ίσιωμα), που ο Σολωμός έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», ενώ το ξύλινο τραπέζι που υπήρχε εκεί, είχε διακοσμηθεί από βέργες κυδωνιάς.

Πρέπει επίσης να αναφερθεί, ότι οι ιδιοκτήτες της περιοχής σεβόμενοι την αισθητική του χώρου και την ιστορικότητα που τη σημάδεψε, ουδέποτε προέβαλαν εμπόδια στους επισκέπτες.

Ο Λόφος με την απλότητά του, σου δίνει τη χαρά να απολαμβάνεις το λουσμένο στο φως έξοχο τοπίο, με τα μυριάδες χρώματα, τον ομορφοκαλλιεργημένο καταπράσινο κάμπο που απλώνεται μπροστά στα πόδια σου, τα ασημοπράσινα λιόδεντρα του Ακρωτηριού που προβάλουν στα δεξιά σου, το συγκρότημα των βουνών του Βραχιόνα να προβάλει στα δυτικά, τον κόλπο του Τσιλιβή και πιο πέρα τον κόλπο των Αλυκών, και στη συνέχεια την ακτογραμμή των Βολιμών σα συνέχεια της ξηράς προς τα βόρεια, ενώ η θάλασσα πότε αγριεμένη και αφρίζουσα, και πότε αρυτίδωτη, μα πάντα ξελογιάστρα, να απλώνεται, προς τη μεριά της Κεφαλονιάς.

Ο Ντίνος Κονόμος, συνεχίζοντας την αναφορά του στο λόφο μας λέει: «Σήμερα (1979) ο ιστορικός αυτός χώρος, που ήταν ακόμα πριν από σαράντα χρόνια ολάνθιστος και παρθενικός μέσα στην αγκαλιά ενός ασύγκριτου φυσικού τοπίου, ισοπεδώθηκε κι αποψιλώθηκε. Έτσι προβάλλει τώρα εκεί έν’ άχαρο πλάτωμα, με τσιμεντένιο χώρισμα ολόγυρα. Η στήλη της Ελευθερίας και η προτομή του Εθνικού Ποιητή μέσα σ’ ένα ύπαιθρο στεγνό, ηλιοκαμένο, αλουλούδιαστο και γυμνό…αλήθεια ό,τι δεν χαλάει ο Εγκέλαδος στο δύσμοιρο αυτό Νησί καταστρέφεται από τους αρχοντοχωριάτες «αρμόδιους», με το ζουρλομανδύα του τουρισμού!».

Ήδη το 1902  έχουμε την πρώτη γνωστή σχεδιαστική απεικόνιση,  του χώρου από τον Λουδοβίκο Σαλβατώρ.

«Solomos Pernari», σημειώνει κάτω από το σχέδιό του, στο οποίο εκτός από τα τέσσερα γέρικα πουρνάρια εικονίζονται ένα ξύλινο τραπεζάκι και ένας ξύλινος καναπές με υπερυψωμένη την πλάτη του.

Το σχέδιο του Λουδοβίκου Σαλβατώρ δημοσιεύτηκε στο έργο του «Zante», που εκδόθηκε το 1904 στα Γερμανικά, στη Πράγα. 

Οι απέριττες αυτές κατασκευές που εικονίζονται στο σχέδιο, ίσως να βρίσκονταν  εκεί, από τα χρόνια του Σολωμού.

Το έτος 1927, 20 Ιουνίου, ο Κωστής Παλαμάς αφιέρωσε ένα του ποίημα με τον τίτλο «Ζάκυνθος» στη Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου. Έμμεσα κάνει αναφορά στο λόφο Στράνη, που φαίνεται ότι τότε επισκέφτηκε.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Πανηγυρικό Λεύκωμα για την εκατονταετηρίδα του Ούγου Φώσκολου, που εξέδωσε η Μαριέττα Μινώτου, ενώ ο Παλαμάς το συμπεριέλαβε στην ποιητική συλλογή του με τίτλο «Περάσματα και Χαιρετισμοί» το 1930.

Το ποίημα που δείχνει την ευαισθησία, και όχι μόνο, του Παλαμά, απέναντι στην πνευματική Ζάκυνθο, είναι το ακόλουθο:

                                                 ΖΑΚΥΝΘΟΣ

Κάποτε μ’ έφεραν τα κύματα, παιδί

στη γη που είν’ απ’ ανθούς κι από τραγούδια ηλιοχυμένη,

προτού να τη χαρώ στου Κάλβου την ωδή

και πριν την αγαπήσω στη Φαρμακωμένη.

Από ένα ψήλωμα – ξεχνάω τ’ όνομά του πια –

σα χώρα επαγγελτή ξαγνάντεψα την εξοχή της

του πράσινου μεθύσι και χαροκοπιά

μόσκος τ’ αγέρι της και μόσκος η πνοή της.

Και με νεραϊδοπήρε η χάρη η θρυλική

της γης, καθώς παιδί τα πάτησα τα χώματά της

προτού να με φιλήση η Μούσα η λυρική

με πρωτοχάιδεψεν εκεί η μοσκοβολιά της.

Χρόνια περάσαν, απ’ εμπρός όμως ποτέ

δε χάνω τη στιγμή, καθώς μακριάθε σε πρωτοείδα,

στον αταξίδευτον ω τόπε ποθητέ,

του Φώσκολου ακριβή, του Σολωμού η κοιτίδα.

Κ’ εσύ, ψυχή του ιδανικού, άχραντη αυγή,

τα μάτια σου ας κλειστούν, ζακυθινό ροδομπουκέτο

κρατώντας, του χαμού το ρέμα να σε πιή,

τρελή Οφηλία, για του ονείρου τον Αμλέτο.

Φωτο: Ζάντε, σελίδα 101