Δημήτρης Λάγιος – Είκοσι χρόνια συνταξιδιώτης με το φως

Έχω πρόβλημα με το χρόνο. Δεν έχω με το θάνατο.
Ο θάνατος είναι φίλος μου, ο χρόνος είναι εχθρός μου.
Ό,τι και να κάνεις στην τέχνη, δεν φτάνει ο χρόνος.

Δημήτρης Λάγιος

«Συλλείτουργο» για (και με) τον Δημήτρη Λάγιο
Δημιουργός και δωρητής εύηχων μελωδιών και έντεχνων τραγουδιών ή συνθέσεων αντοχής, ο αλησμόνητος και, άτυχα, βραχύβιος Δημήτρης Λάγιος βρέθηκε ξανά κοντά μας μουσικοκαλλιτεχνικά, εκεί, στη νεότευκτη αθηναϊκή πολιτιστική «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» του Ιδρύματος Ωνάση (Συγγρού 107-109), λίγες μέρες πριν τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων, κιόλας, από την πρόωρη και άδικη «φυγή» του, τον Απρίλη 1991.
Χάρη στην αξιέπαινη πρωτοβουλία, προσπάθεια, συνέπεια, συναρμονία, απόδοση, ερμηνεία κτλ όλων των παραγόντων, των συντελεστών, του τιμητικού αφιερώματος στον Ζακυνθινό των χρόνων μας συνθέτη, τον νιώσαμε και πάλι ανάμεσά μας «παρόντα», σαν να διεύθυνε ο ίδιος, όλο ζωντάνια και φλόγα, από τον άυλο «κόσμο» του, τις ορχήστρες, τους μουσικούς, τους εκλεκτούς τραγουδιστές…, δημιουργώντας παντού στον καλαίσθητο χώρο και στο πλήθος των γνωστών, φίλων και θαυμαστών του, συμπατριωτών και άλλων, μια ατμόσφαιρα βαθύτερης συγκίνησης και άφατης χαράς, μνήμης άσβηστης και αδιάκοπης ζωής, ποιότητας και πολιτισμού, περηφάνιας και παρηγοριάς, εκτίμησης κ’ ευγνωμοσύνης…
Και αυτό, για όσα ωραία και αξιόλογα ο με λαϊκές ρίζες κ’ έμφυτο ταλέντο Δημήτρης Λάγιος, εμπνεόμενος από «φωνές» της Παράδοσης και του καιρού του ή μελοποιώντας στίχους της σκέψης του και της καρδιάς του, στίχους ερωτικούς κ’ εκφραστικούς της ευαίσθητης ύπαρξης ή της χαρμολύπης του, μας χάρισε γενναιόδωρα και τιμητικά, νικώντας με την τέχνη του τη δύναμη του Χρόνου ή της Λήθης…
Έτσι, ώστε τα πρωτότυπα ή πολυφωνικά γεννήματά του να συγκινούν και να γοητεύουν κάθε πλατιάς αντίληψης φιλότεχνο μουσικόφιλο, κάθε καλόπιστο δέκτη και κριτή μιας γνήσιας προσωπικής καλλιτεχνικής προσφοράς. Σαν αυτή, του πάντα εγκάρδιου, γελαστού και ανεξίκακου Δημήτρη, που τον ξαναζήσαμε, εκεί, στο νέο πολιτιστικό μέγαρο του Ιδρύματος Ωνάση, στις 22 του Φλεβάρη, σαν δημιουργό προικισμένο και ικανό, αξιοθύμητο και αξιοτίμητο, σαν πιστό φίλο της παλιάς και της νέας ποίησης, της «ωραίας και μόνης» Ζακύνθου και της μαρτυρικής Κύπρου…, που τον ξανασυναντήσαμε νοερά μες από τους λυρικοστοχαστικούς του στίχους και ρυθμούς, μες από τις υψίτονες στροφές τής πρωτοακουσμένης εκεί «Κάλβειας Ραψωδίας» του, μες από τη μελωδική σολωμική «Γαλήνη» του, μες από το ανάκουστο, τώρα, από τον ίδιο «Νανούρισμά» του, όπως με τρυφερότητα κ’ εκφραστικότητα περισσή το απέδωσε, αφιερωματικά, η δική του αγαπημένη Υακίνθη…
Με «παρόντα» τον «φιλόπατρη» Δημήτρη Λάγιο, εκεί, έστω και μακριά από τη Ζάκυνθο, μα με πολλούς συμπατριώτες (κατοίκους της Αθήνας, κυρίως) συντροφιά, η δική του αξία γι’ άλλη μια φορά εκδηλώθηκε κ’ επιβεβαιώθηκε, συγκίνησε και γοήτευσε, ενώ ακόμη, ευτυχώς, δόθηκε η ευκαιρία να διαφημιστεί ευρύτερα και λαμπρά, μέσα στον ζόφο και τη μιζέρια των καιρών, η όμορφη πλευρά της ιδιαίτερης πατρίδας μας. Αυτής, που αγαπήθηκε και τιμήθηκε, στο μέτρο του δυνατού, κι από τον Δημήτρη Λάγιο, τον άξια οδηγημένο από τους χώρους και τις στιγμές τού ζακυνθινού «Μουσικού Ασκηταριού» (και όχι μόνο) στην επιβλητική και υποβλητική λαμπρότητα της συναυλίας στο πιο πάνω πολιτιστικό Ίδρυμα της πρωτεύουσας. Ίδιος πάντα, «ταξιδεύοντας» από το Χθες στο Σήμερα, χάρη στην ποιότητα και τη ζωντάνια της τέχνης του, που κι αυτή τη φορά, σε μια ζεστή βραδιά ανάσας και ευχαριστιών, δίκαια καταχειροκροτήθηκε από πλήθος όχι απλών ακροατών / θεατών, αλλά του «όμορφου κόσμου» του Δημήτρη φίλων «συλλειτουργών» και «συνομιλητών».


Διονύσης Σέρρας

«Μας έλουσε το φως του Λάγιου»
Διαβάζω στο πρόγραμμα – Κύκλος Ελληνικού Τραγουδιού – Αφιέρωμα στο Δημήτρη Λάγιο – Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – 22 Φεβρουαρίου.
Έτσι απλά και απέριττα, είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, χωρίς φανφάρες και λογύδρια, χωρίς τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, ξετυλίγεται το κουβάρι του έργου του, που τον εντάσσει ανάμεσα στους άξιους σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς.
Τρεις ορχήστρες (Νυκτών εγχόρδων Πάτρας – Viale Αrti – Ορχήστρα Ελληνικού Τραγουδιού), πολυπληθής χορωδία (εν Φωναίς) και πλήθος νέων τραγουδιστών υποστηρίζουν το εγχείρημα των διοργανωτών (με επικεφαλής τον άξιο Δ. Παπαδημητρίου) με μέτρο, ποιότητα, ευαισθησία, απόλυτο σεβασμό στο έργο του συνθέτη, αλλά και στο κοινό του.
Η εξαιρετική παρουσία νέων τραγουδιστών, που ερμήνευσαν με πάθος, λυρισμό, ευαισθησία, ταξίδεψαν ένα, στην κυριολεξία συγκινησιακά φορτισμένο ακροατήριο, σε τόπους, μνήμες, αξίες.
Συγκλονιστική η Υακίνθη Λάγιου στη «Γαλήνη», τρυφερή και συγκινητική στο «Νανούρισμα», εύθραυστη σαν τον «Καθρέφτη» η Αρετή Κετιμέ, απαράμιλλος στο «Καρτερούμε» ο Δημοσθένους, στιβαρή στο «Περαστικός κι αμίλητος» η Βελεσιώτου.
Κι ο Λάγιος παρών κάθε λεπτό να μας πλημμυρίζει άλλοτε σαν χάδι και δροσιά, άλλοτε ανάσα, λυγμός, παράπονο, έρωτας και μεγαλείο.
Από το «Ολυμπιείο» και την «Κάλβειο Ραψωδία» (σε πρώτη εκτέλεση) ως το «Πάθος» και την «Όμορφη και παράξενη πατρίδα».
Η μουσική του, νότα τη νότα, τραγούδι το τραγούδι, μας αγκάλιασε όλους στοργικά, μας πήρε τρυφερά από το χέρι καθένα χωριστά κι όλους μαζί, μας οδήγησε εκεί που μόνο η πραγματική τέχνη μπορεί!!! Στη μύηση και τη μυσταγωγία, τη μέθεξη και τη λύτρωση.
Μας έλουσε με το φως του!!! Το είχαμε τόση ανάγκη.
Αφήνω για το τέλος μια φράση που μου αποτυπώθηκε βαθειά, έντονα και σπαρακτικά, όπως ειπώθηκε. Τη φράση του υψηλού αναστήματος Διονύση Σέρρα: «Ο Λάγιος μας κάνει υπερήφανους»!!!
Κραυγή και λυγμός μαζί.
Ομολογώ ότι θα με συνοδεύει για πάντα.
Κική Καρυδάκη

Μικρό βιογραφικό σημείωμα
Ο Δημήτρης Λάγιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 7 Απριλίου 1952. Γη μουσικής και ποίησης, τόπος φτωχός και πονεμένος. Έπαιξε στις γειτονιές της θάλασσας και βαφτίστηκε στους έρρινους και υγρούς ήχους της επτανησιακής διαλέκτου. Περπάτησε στους δρόμους και στα μέτρα του Σολωμού, του Κάλβου και, όταν μεγάλωσε, τους έκανε δασκάλους, ήρωες και εμπνευστές του έργου του.
Στη Ζάκυνθο, έμαθε τα γράμματα των χρωμάτων και των ήχων, κι έμεινε για πάντα μαθητής τους. Διδάχτηκε τις ώχρες και τα μοβ, το αφρισμένο κύμα που σπάει πάνω στους γκρεμούς του Γέρακα και την ουράνια ηχώ της γλώσσας των ποιητών. Αυτές ήταν οι «σπουδές» που δεν εγκατέλειψε ποτέ και που τον οδήγησαν στην έρευνα, στη μελέτη, στην καταγραφή και στη διδασκαλία έργων της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής. Αποτέλεσμα αυτής της έρευνας κι αυτής της αγάπης ήταν έξι δισκογραφικές δουλειές και η δημιουργία ενός συνόλου καλλιτεχνών, που το ονόμασε «Μουσικό Ασκηταριό» και με τη βοήθεια του οποίου διοργάνωσε γιορτές «Τέχνης και Λόγου» στη Ζάκυνθο.
Στα βράχια της Ζακύνθου τον βρήκε η Μουσική να ονειρεύεται. Εκεί τον μάγεψε η θάλασσα και τον ευλόγησε. Δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Τη Ζάκυνθο την αγαπούσε πάντα. Της «αφιέρωσε» και τη μονάκριβη κόρη του, την Υακίνθη.
Ακολουθούν πολλά χρόνια σπουδών. Πιάνο, ανώτερα θεωρητικά και κιθάρα στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας, δίπλα σε μεγάλους δασκάλους, όπως ο Μιχάλης Βούρτσης και ο Δημήτρης Δραγατάκης. Αργότερα, εντατικά μαθήματα μουσικής ανάλυσης, δίπλα στον άλλο μεγάλο δάσκαλο, τον Ernest Brown, στην Αμερική, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Στην Αμερική, γνώρισε και τη γυναίκα του Πέγκυ, την «αιώνια» σύντροφό του.
1979: Επιστροφή στην Ελλάδα, όπου ασχολείται με διάφορες μορφές σύνθεσης. Μελετά, επιμελείται, οργανώνει, διασκευάζει και γράφει, γράφει… μουσική για το θέατρο, μουσική δωματίου, μουσική για μπαλέτο, τραγούδια, έργα συμφωνικά, έργα ορχηστικά για διάφορα όργανα, μελοποιεί ποιητές, γράφει στίχους… Δουλεύει πολύ, ακατάπαυστα, με πάθος. Δουλειά που φαίνεται κι από την εργογραφία του. Σαν να ήξερα ότι δεν προλαβαίνει, παρόλο που το θάνατο δεν τον υποψιαζόταν.
Στις 7 Απριλίου 1985, ημέρα των γενεθλίων του, γεννήθηκε ο «μυστικός του έρωτας», όπως τον αποκαλούσε. Η Κύπρος. Με αφορμή μια συναυλία που δίνει εκείνη τη μέρα, γνωρίζει την κόρη αυτής της άλλης θάλασσας και την κάνει δική του. Τη λατρεύει και δεν την αφήνει ποτέ. Της αφιερώνει στίχους, μουσικές και τη ζωή του. Για την Κύπρο τραγούδησε, έκλαψε και προσπάθησε. Για την Κύπρο και τους ανθρώπους της, που τον αγκάλιασαν. Κι εκείνος τους έκανε οικογένειά του.
Γεννήθηκε Ζακυνθινός, επέλεξε να είναι Κύπριος. Γιος μιας θάλασσας και εραστής μιας άλλης. Στην Κύπρο και στη Ζάκυνθο: εκεί θα τραγουδάει, για πάντα, ο Δημήτρης Λάγιος τον Διονύσιο Σολωμό…

Δεν ακούγεται ούτ’ ένα κύμα
εις την έρμη ακρογιαλιά
λες κι η θάλασσα κοιμάται
μεσ’ σ’ της γης την αγκαλιά
.

Στις ακρογιαλιές της Κύπρου και της Ζακύνθου κατοικεί, σήμερα, ο Δημήτρης Λάγιος.