Ο Έβρος απέναντι

Ένα ηχηρό “χαστούκι” στα ελληνικά φαινόμενα ρατσισμού και εκμετάλλευσης σε βάρος των πολιτικών και οικονομικών μεταναστών αποτελεί το έργο των Θανάση Παπαθανασίου -Μιχάλη Ρέππα “Ο Εβρος απέναντι”, σε σκηνοθεσία Θοδωρή Καμπίτση, που έκανε πρεμιέρα στο πολιτιστικό κέντρο Σαρακινάδου.
Πρόκειται για ένα σύγχρονο ελληνικό έργο που αντανακλά την κοινωνική μας πραγματικότητα, που λέει την πικρή αλήθεια, που εμφορείται από ανθρωπισμό και ουσιαστικό προβληματισμό για την κοινωνική μας κατάντια.
Το επίτευγμα στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργο είναι πολλαπλό. Ο Θοδωρής Καμπίτσης έθεσε το σκηνοθετικό ταλέντο του στην υπηρεσία μιας απαιτητικής δραματουργίας. Απέφυγε κάθε ευκολία στο μύθο, στην πλοκή, στη γλώσσα. Πειθάρχησε στο μέτρο του κοινωνικού ρεαλισμού, αποτυπώνοντας αντικειμενικά τις “εικόνες” μιας κοινωνίας που γεννά την παντοειδή εκμετάλλευση, την οικονομική – ηθική – πνευματική εξαθλίωση όλο και πλατύτερων λαϊκών μαζών, ντόπιων και ξένων, πολύμορφα ανθρώπινα δράματα, πάθη και εγκλήματα.
Οι πέντε καλοσχεδιασμένοι χαρακτήρες (τέσσερις Ελληνες που κατοικούν στις παρυφές της “ευμάρειας” και ένας Κούρδος) καθρεφτίζουν αμέτρητες, ανάλογες ανθρώπινες περιπτώσεις θυμάτων της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Οι τέσσερις Ελληνες κοινωνικά άμοιροι, χωρίς συνείδηση φουκαράδες, θύματα και αυτοί της ρατσιστικής κοινωνίας μας, αντί να συνειδητοποιήσουν ότι και αυτοί μετατρέπονται σε “μετανάστες” στον τόπο τους, επηρεάζονται λίγο – πολύ από ρατσιστική υστερία κατά των ξένων μεταναστών και μετατρέπονται σε θύτες κατά του πιο αδυνάτου.
Την ελληνική τετράδα συνθέτουν μια ώριμη, συνοικιακή κομμώτρια (Αγγελική Σούλη). Ο άνεργος εραστής της (Παναγιώτης Πυλαρινός) -χωρισμένος, πατέρας ενός γιου- με τον οποίο συζεί η κομμώτρια. Ενας παντρεμένος, αεριτζής, μικροκομπιναδόρος, εραστής (Γιώργος Μαυρίας) μιας νεαρής, αλλά και κρυφά της κομμώτριας από την οποία αρπάζει όσο χρήμα μπορεί και η άεργη γυναίκα του, που βολεύεται κάνοντας τα στραβά μάτια. Ανύποπτο, τραγικό θύμα, χάριν μιας κομπίνας, των Ελλήνων φτωχοδιάβολων θα πέσει ο Κούρδος μετανάστης (Σπύρος Ακτύπης), σακατεμένος ήδη ψυχικά, αφού το ιδιαίτερα δύσκολο πέρασμα των συνόρων του κόστισε τον πνιγμό του παιδιού και της γυναίκας του.
Το πρόβλημα είναι πώς και γιατί τέσσερις διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικά και αντικρουόμενα συμφέροντα, διαφορετικά αιτήματα, διαφορετικά αδιέξοδα και για εντελώς διαφορετικούς και δικούς τους λόγους ο καθένας, συντονίζονται και συμπλέουν με ένα υπόγειο ρεύμα που διατρέχει και διαβρώνει την κοινωνία μας.
Η παράσταση “Ο Έβρος απέναντι”, είναι μια δύσκολη δουλειά, αφού οι διάλογοι, από μόνοι τους, δεν προσδίδουν στο κοινό, κάτι εξαιρετικά καινό. Αντίθετα η σκηνοθεσία και η απόδοση, είναι εκείνα που κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα την καθολική χρονική παραμονή του θεατή στην αίθουσα. Ο σκηνοθέτης, έφερε το έργο, εκεί, που μόνο η σπουδαία εμπειρία και η γνώση, επισφραγίζουν το αποτέλεσμα. Οι σημασιολογικές λεπτομέρειες που φαίνονται, αλλά, και όσες δεν φαίνονται, είναι συνυφασμένες με τον “τρόπο” του Θοδωρή Καμπίτση.
Η λιτή, ακριβής σκηνοθεσία του Θοδωρή Καμπίτση υπηρέτησε το ρεαλιστικό ήθος, τη δραματική αλήθεια, το ανθρωπιστικό μήνυμα, το υποδόριο σαρκαστικό χιούμορ του έργου και απέσπασε από τους ηθοποιούς αρμόζουσες ερμηνείες.
Η ερμηνεία που κλέβει την παράσταση είναι του Σπύρου Ακτύπη, που με την αλήθεια και την ευαισθησία του μεγεθύνει το μικρό ρόλο του Κούρδου Σερχάτ. Το πάθος της ερμηνείας του Παναγιώτη Πυλαρινού, φθάνει άμεσα στον θεατή και η συνολική απόδοση δημιουργεί επαγγελματικό αποτέλεσμα. Ο Γιώργος Μαυρίας και η Αγγελική Σούλη -απόφοιτοι του τμήματος υποκριτικής του ΙΕΚ- απέδειξαν για μια ακόμη φορά, ότι είναι η χρυσή εφεδρεία, θεατρικών ρόλων, αφού μονίμως στηρίζουν την επαγγελματική απόδοση, πάνω στην σκηνή.
Οι φωτισμοί και η κίνηση είναι προσαρμοσμένα καταπληκτικά. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του έμπειρου Νίκου Παπαδάτου, η μουσική επιμέλεια του Μιχάλη Τσαούση απόλυτα εναρμονισμένα με της ανάγκες της παράστασης
Με δύο λόγια, ίσως για πρώτη φορά, ανακαλύπτουμε εκπτώσεις και διολισθήσεις αξιών που προκαλούν το γέλιο, όταν η ζωή η ίδια γύρω μας εκπίπτει με τρομακτικό κρότο.
Αυτή η εκούσια παραίτηση των συντελεστών από την “κωμική μεθοδολογία” δίνει ένα έργο, ίσως, όχι τόσο “γελαστικό”. Ένα έργο που έρχεται να συναντήσει την κωμωδία από έναν άλλο δρόμο και σε ένα άλλο επίπεδο. Γιατί στο βάθος βάθος το γέλιο είναι η μόνη εναλλακτική λύση του απελπισμένου.