Τα προβλήματα των φοιτητών του Ιονίου Πανεπιστημίου και των ΤΕΙ Ζακύνθου και Κεφαλονιάς

Του Γιάννη Κορφιάτη

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές στην Κέρκυρα και οι σπουδαστές των ΤΕΙ Ζακύνθου και Κεφαλονιάς είναι αποτέλεσμα της βαθιάς αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και των κομμάτων του ευρωμονόδρομου, που συνειδητά συμφωνούν και προσαρμόζονται στις αντιδραστικές και βαθιά ταξικές αναδιαρθρώσεις στον τομέα της παιδείας με την προοπτική της στρατηγικής της Λισσαβόνας.
Η εφαρμογή του “Καλλικράτη” στην εκπαίδευση στηρίζεται με την προώθηση της “αποκεντρωμένης λειτουργίας” της εκπαίδευσης, με σκοπό να σπάσει ο όποιος ενιαίος χαρακτήρας της παρεχόμενης εκπαίδευσης έχει απομείνει καθώς σε αυτή τη φάση ανάπτυξης του κεφαλαίου, η εκπαίδευση πρέπει να λειτουργεί “ευέλικτα”, “διαφοροποιημένα” και “ανταγωνιστικά”.
Ο ενιαίος χαρακτήρας της εκπαίδευσης αποτελεί βραχνά και εμπόδιο, που οι οσφυοκάμπτες του ευρωμονόδρομου βιάζονται να αποδείξουν ότι είναι υποδειγματικοί υπηρέτες στις καινούριες προσαρμογές των επιχειρηματικών σχεδίων στην παιδεία.
Σήμερα, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με άξονα και την κρίση, προτάσσει πιο επιθετικά την πολιτική της αποκέντρωσης στην εκπαίδευση, με μοχλό το πλαίσιο: “αυτοδιοίκηση – αυτοτέλεια – αξιολόγηση – ευελιξία των σχολικών μονάδων”.
Πάνω σ’ αυτό το σχέδιο επιχειρούνται και οι συγχωνεύσεις των σχολικών μονάδων. Τα σχολεία χάνουν τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και μετατρέπονται σε μαγαζιά που θ’ ανοιγοκλείνουν με κριτήρια Α.Ε. Η γνώση θα αποτελεί εμπόρευμα και θα προσφέρεται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του καθένα.
Με την εφαρμογή του “Καλλικράτη” γίνεται μεταφορά αρμοδιοτήτων στους δήμους και βεβαίως στις περιφέρειες σύμφωνα με τη λεγόμενη “λειτουργική και οικονομική αυτοδυναμία” και στην εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε δραστικό περιορισμό των επιδοτήσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, ανασυγκρότηση των διευθύνσεων της εκπαίδευσης σε περιφερειακό επίπεδο, τη στελέχωσή τους στη συνέχεια με τεχνοκράτες, με αλλαγές στο εργασιακό καθεστώς και την επέκταση των “ευέλικτων” εργασιακών σχέσεων (ωρομίσθιο, συμβάσεις ορισμένου χρόνου κτλ).
Ένας εκσυγχρονισμός που, βεβαίως, ενισχύει τα ταξικά χαρακτηριστικά στη σύνθεση των δήμων και των περιφερειών, τη διαφοροποιημένη κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και στο ζήτημα της εκπαίδευσης, την ανεμπόδιστη είσοδο των επιχειρήσεων στους στόχους και τις δομές της εκπαίδευσης στο όνομα των διαφορετικών αναγκών και δυνατότητα της λεγόμενης τοπικής κοινωνίας.
Το μέσον για τη βελτίωση της προσαρμοστικότητας της εκπαίδευσης είναι η αποκαλούμενη “αυτοτέλεια”, “αυτοδιοίκηση”, “αυτονομία” ή “αποκέτρωση” των εκπαιδευτικών μονάδων (ΑΕΙ – ΤΕΙ και σχολείων). Το σχολείο καλείται δηλαδή ως αποκεντρωμένη και αυτόνομη μονάδα να παραμερίζει τη γενική μόρφωση σε όφελος ενός minimum δεξιοτήτων που ζητά η αγορά, για να γίνονται πιο προσφιλή στις επιχειρήσεις εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση.
Αντίστοιχα στα “οικονομικά αυτοτελή” ανώτατα ιδρύματα θα είναι όρος ύπαρξης η διαρκής αναπροσαρμογή των τμημάτων, των προγραμμάτων και του περιεχομένου της διδασκαλίας τους, σύμφωνα με τις παροδικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Ως αυτοτέλεια δηλαδή νοείται η ευελιξία του ιδρύματος να συνάπτει εμπορικές σχέσεις με ιδιώτες, να εντείνει την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία του και εδώ θα καλεστεί η περιφερειακή διοίκηση να παίξει ρόλο.
Τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν τα περιφερειακά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ με ευθύνη της κεντρικής διοίκησης και τη συνευθύνη δυνάμεων της τοπικής διοίκησης που συναίνεσε στο όνομα μιας δήθεν περιφερειακής ανάπτυξης – που το φοιτητή και το σπουδαστή τον βλέπει ως πελάτη – με το θεσμικό πλαίσιο που έχει, ήδη, διαρθρωθεί και βαθαίνει στο πλαίσιο των κατευθύνσεων της Μπολόνια και της Λισσαβόνας υπογραμμίζουν αυτή την προοπτική.
Τα αποτελέσματα της “αποκεντρωμένης λειτουργίας” εφαρμόζονται στην πράξη με τη σταδιακή κατάργηση της όποιας δωρεάν φοίτησης στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Το φοιτητικό κίνημα μαζί με το εργατικό – ταξικό κίνημα και τους εκπροσώπους των ταξικών δυνάμεων στις Περιφέρειες και τους Δήμους ενώνονται σε μία προσπάθεια ανατροπής των σχειδασμών κυβέρνησης – ΕΕ – κομμάτων ευρωμονόδρομου για να μην περάσουν στην πράξη οι αναδιαρθρώσεις και η εμπορευματοποίηση στην παιδεία.
Γίνεται, πλέον, φανερό ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής που προετοιμάζει τα παιδιά μας για σύγχρονους δούλους και ομήρους ενός εργασιακού μεσαίωνα, δε λαβαίνει καθόλου υπόψη του τις πραγματικές και σύγχρονες ανάγκες στην εκπαίδευση, που αφορούν κυρίως στην τεράστια πλειοψηφία των νέων ανθρώπων.
Εμείς ως “Λαϊκή Συσπείρωση” θα παλέψουμε μαζί με τους φοιτητές – σπουδαστές και μαθητές να μην εφαρμοστούν οι αντιλαϊκές πολιτικές του “Καλλικράτη” στην εκπαίδευση. Παράλληλα, όμως, προτείνουμε στο λαό τη μόνη διέξοδο που είναι: η αντικατάσταση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με το σοσιαλιστικό τρόπο, γιατί ο πλούτος που παράγεται πρέπει να επιστρέφει σ’ αυτούς που τον παράγουν για να έχουμε μια λαϊκή παιδεία που θα υπηρετεί τον άνθρωπο, τις ανάγκες του και όχι το κέρδος και την ανταγωνιστικότητα.

*Ο Γιάννης Κορφιάτης είναι Περιφερειακός Σύμβουλος της “Λαϊκής Συσπείρωσης”