Ο σερίφης

Κοσσόρο βοϊδοκέρατο, έχεις στην κεφαλή σου,
και κρεμασμένο εξάσφαιρο, δίπλα απ΄ το πουλί σου.

Στον ώμο η καραμπίνα σου, το μούσι καταίφι,
στα πέτα σου τα μάρμαρα, το σήμα του σερίφη.

Το ύψος το λεβέντικο, που λίγο με μπερδεύει,
ρεμάλι αυτός που σε ΄φτιαξε, και λες να κοροϊδεύει;

Σε ΄φτιαξε με κορμοστασιά, με πρότυπα δικά του,
έχεις ντουφέκι απάνω σου, και ζαρωμένο κάτου.

Σακούλες στα ματάκια σου, όλα τα μολογάνε,
το αμπέλι εξεράθηκε, γιατί δεν το τρυγάνε.

Μα του κατουζητούμενου, για κοίτα τη ματιά του,
δουλεύει και σηκώνεται, κεραία έχει τ΄ αυτιά του.

Νταντέλος με παράδοση, από παππού πατέρα,
είναι καβάλα δεν αργεί, και με το καλημέρα.

Το βλέπω το κεφάλι του, που το ΄χεις κλειδωμένο,
μα το μαδέρι γέρο μου, το έχει καρφωμένο.

Δεν σου ταιριάζει κυνηγός, σερίφη είσαι χάλια,
είσαι καλός για μασκαράς, μόνο για καρναβάλια.

Άλλο πρωτοπαλλίκαρο, απάνου στη φοράδα,
όσο για ΄κειο το μπόϊ του, εμπήκε στη μπουγάδα.

Ένας σπιρτούλης πονηρός, τσακπίνης μαρμαλέας,
του αρέσει το κουτούλιασμα, εξού και γαργαλέας.

Καβάλα δεν τον είχα δει, του πάει και το έχει,
για φανταστείτε αυτό το αγγιό, ιππόδρομο να τρέχει;

Παλιός δρομέας κάποτε, ε ρε βρε χρόνε κλέφτη,
κοντός-κοντός πρωταθλητής, είχε στον κώλο νέφτη.

Γελάμε με τη σάτυρα, και τί θα μας το κόψει;
Όταν σε ποίημα στοιχηθεί, η άλλη μας η όψη.

Πλησιάζουν τώρα οι χοροί, και η φαντασία τρέχει,
μούτρα για τον καρνάβαλο, πολλά η πόλη έχει.