Τόπος για προσάναμα

Προχθές άκουσα θόρυβο, και έτρεμε η φλετζάνα,
εκοίταξα προς τα ψηλά, και είδα αεροπλάνα.

Βουτάγανε τα πούστικα, στη θάλασσα σαν γλάροι,
και μεσ΄ τα καταγάλανα, γλιστράγανε σαν ψάρι.


Επίδειξη μας κάνουνε, είπα, και τα κοιτούσα,
κάθε στροφή, κάθε βουτιά, στα σύννεφα πετούσα.

Αλήθεια μαύρα σύννεφα, όχι, καπνός μου λέει,
μυρίζει κάψιμο χλωρού, είναι φωτιά που καίει.

Καίγεται, πάλι, τι κακό, καίγεται ο Βραχιώνας,
το καλοκαίρι μια πληγή, καλύτερα χειμώνας.

Είμαστε ασυνείδητοι, απρόσεχτα ζαγάρια,
επίπεδο, τριτόκοσμου, και βρόμικα ταγάρια.

Μεσ΄ τη ψυχή μου ξαφνικά, φόβος κι ανησυχία,
γιατί φαντάστηκα γυμνά, του Κάστρου τα τοιχία.

Η ομορφιά τση Ζάκυθος, το δάσος και τα πλάγια,
μονίμως ακαθάριστα, κι η απειλή είναι πάγια.

Φυλάει η Πυροσβεστική, στο δρόμο στρατιωτάκια,
κι απο το κλαμπ, ο κίνδυνος, κάνει γλυκά ματάκια.

Χαράχτε ζώνη ασφάλειας, τσου γύρω μέσα δρόμους,
το δάσος τα μεσάνυχτα, δέχεται παρανόμους.

Να απαγορεύσετε ρητά, τους ΙΧ πελάτες,
που κλείνουν και πολιορκούν, το Κάστρο, οι νυχτοβάτες.

Δρόμους να καθαρίσετε, τη στράτα, τη Σαρτζάδα,
γιατί τα χόρτα τα ξερά, θα ανάψουν σαν λαμπάδα.

Κάτι κρουνοί υπάρχουνε, δεν ξέρω αν δουλεύουν,
για αυτό πρέπει να ξέρουμε, φυλάνε ή μας δουλεύουν;

Μετά τη δύση αρχηγέ, τέλος κυκλοφορίας,
και για τα πάρκινγκ μαγαζιά, να βρουν άλλη μερία.

Να μένουν δρόμοι ανοιχτοί, για πρόσβαση στο δάσος,
να μην περάσει άλλο πια, της άνεσης το θράσος.

Πάρκινγκ, το Κάστρο, έγινε, ξέφραγο περιβόλι,
είναι προσάναμα αρχηγέ, για να καούμε όλοι.

Όλα ισοπεδώθηκαν, νόμοι και προστασία,
το να κοιμάσαι ασφαλής, είναι στην φαντασία.