Ο αγαπητικός

Είμαι παλιός Ζακυνθινός, και λίγο ερωτιάρης,
είμαι στην πιάτσα τίμιος, δεν είμαι κατεργάρης.

Έχω καπέτα τα μαλλιά, μπονέδες δυο τσόντες,
μουστάκι στριφομάλακτο, και δώθε – κείθε πόντες.


Καρό σακάκι τσίφτικο, πλατίο το κολέτο,
παπούτσι φίνο, ασπρόμαυρο, γαρύφαλο στο πέτο.

Με λένε αγαπητικό, βάνω και μυρουδίες,
σαν καμπανέλι σε γιορτή, χτυπάνε οι καρδίες.

Τη μέρα έχει ανάπαυση, κιθάρα την εσπέρα,
καντάδες και Ζακυνθινά, έχω και βιολετέρα.

Όταν η νύχτα απλωθεί, και βγαίνει το φεγγάρι,
κάτω στο παραθύρι τση, χάραμα θα με πάρει.

Τση λέω τραγούδια ερωτικά, μπαίνω μεσ΄ τη καρδιά τση,
κι αυτή μου γνέφει, οϊμέ, μου λέει να πάω κοντά τση…

“Υπάρχεις, σε νιώθω λουλούδι της άνοιξης,
πλημμύρισα, αγάπη, γλυκιά μυρωδιά.

Υπάρχεις, σε φέρνει η αύρα του σούρουπου,
μεθάει, χτυπάει, για σένα η καρδιά.

Γαλάζια τα κύματα, ουράνιο φως μου,
ταξίδι στα σύννεφα, πετάμε μαζί.

Είσαι μια ζάλη μου, και πόθος κρυφός μου,
κοντά σου η ζωή μου, αξίζει να ζει.

Υπάρχεις, φεγγάρι μου, μελώνεις τις νύχτες,
αστέρι που πέφτει, ζητάει μια ευχή.

Υπάρχεις, στο είναι μου, χαρά μου το ξέρω,
ευχή μου, καρδούλα μου, λουλούδι, ψυχή”.

Λέω τραγούδια τση καρδιάς, και αυτή μου λέει πεθαίνω,
του πέτου το γαρύφαλο, με ένα φιλί τση στέλνω.

Κουρδίζω την κιθάρα μου, χαϊδεύω το μουστάκι,
θα κρεμαστώ στ΄ αγιόκλημα, να πάρω το φιλάκι.

Είμαι παλιός Ζακυνθνός, και μορφονιός στη πιάτσα,
αρέσω, είμαι νόστιμος, κρατάω και από ράτσα.