Πρέπει ή όχι;

Πολύ συχνά λέγεται ότι κάποια δημοκρατία νοσεί διότι είχε μεγάλο το ποσοστό αποχής στις τελευταίες εκλογές. Η μεγάλη αποχή θεωρείται δείγμα “πολιτικής απάθειας”, πράγμα που κρίνεται απειλή για τη δημοκρατία. Ο πολίτης, λέγεται, πρέπει να είναι ενεργός και αρκούντως πολιτικοποιημένος.
Γιατί, όμως, πρέπει να είναι κανείς πολιτικοποιημένος για να είναι ενεργός ως πολίτης σε μια κοινωνία; Δεν έχει θέση στη σύγχρονη δημοκρατία ο πολίτης που διεκδικεί το δικαίωμα στην πολιτική αδιαφορία; Δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός στη δουλειά του και να μην πειράζει κανέναν, να αγαπάει τη μητέρα του και τον Μπαχ, να μισεί την αδικία και την απάτη, χωρίς να γνωρίζει ή να ενδιαφέρεται για τις επιλογές που έχουν οι κυβερνώντες ή οι αντίπαλοί τους;
Επιπλέον, όσοι επιμένουν στην ανάγκη της πολιτικοποίησης παραβλέπουν ότι λειτουργεί καλύτερα η δημοκρατία όταν πολιτικοποιούνται λιγότερα και όχι περισσότερα πεδία της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Είναι δείγμα πολιτικής και κοινωνικής ευρωστίας όταν «φορτώνεται» με λιγότερα καθήκοντα η πολιτική εξουσία και όταν ο πολίτης δεν εξαρτάται τόσο πολύ από τις κυβερνητικές αποφάσεις. Αλλωστε, τα πιο σημαντικά επιτεύγματα ενός πολιτισμού ανήκουν σε άτομα που είναι άσχετα με την πολιτική ή έχουν ελάχιστη σχέση μαζί της.
Τι νόημα έχει να ψηφίζει κανείς; Με όρους ορθολογικής ατομικής στρατηγικής, το κόστος σε χρόνο, κόπο και χρήμα της συμμετοχής κάποιου στην εκλογική διαδικασία είναι πολύ μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο όφελος. Το πρόβλημα αυτό συνδέεται με το περίφημο “παράδοξο του ψηφοφόρου” που απασχολεί την πολιτική επιστήμη επί δεκαετίες.
Είναι ένα παράδοξο που συνίσταται στο εξής: το όφελος που αποκομίζει το άτομο από τη συμβολή του στην ομαδική δράση είναι μικρότερο από το κόστος που υφίσταται, ενώ, από την άλλη πλευρά, η άρνησή του να συμβάλει, ενώ του είναι ατομικά συμφέρουσα, έχει καταστροφικές συνέπειες αν γενικευθεί.
Δεν είναι, όμως, πιθανό για ένα ολόκληρο εκλογικό σώμα να βρεθεί σε κατάσταση όπου η μία, οριακή ψήφος εκείνου που χαράζει την ορθολογική ατομική του στρατηγική να μπορεί να είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα. Και αυτό συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο ότι αν ποτέ εκδηλωνόταν τάση επικράτησης μιας τέτοιας κατάστασης, οι ορθολογικοί «παίκτες» θα προσάρμοζαν ανάλογα τις ατομικές τους στρατηγικές και θα προσέρχονταν στις κάλπες, διότι τότε θα αποκτούσε βαρύνουσα σημασία η ψήφος τους.
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ψηφοφόροι σε όλες τις δημοκρατίες ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στις ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες όπου δεν ισχύει το πελατειακό σύστημα και επομένως δεν αισθάνεται αναγκασμένος ο πολίτης να καταστήσει τον εαυτό του αναγνωρίσιμο μέσα από τον πολιτικό του αυτοπροσδιορισμό.
Οι πολίτες ψηφίζουν κατά κανόνα όχι επειδή είναι αναγκασμένοι, ούτε επειδή προσβλέπουν σε άμεσα προσωπικά οφέλη, αλλά επειδή η πολιτική τους κουλτούρα απαιτεί από αυτούς μια ορισμένη συμπεριφορά.
Από την άλλη μεριά, η ύπαρξη εκλογικά μη ενεργών πολιτών δείχνει πόσο σοβαρά λαμβάνεται η ελευθερία και η ατομικότητα του πολίτη στις ώριμες δημοκρατίες, ενώ αντίθετα σε δημοκρατίες που σεμνύνονται για τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής στις εκλογές η εκλογική κινητοποίηση των πάντων δείχνει την αγωνία και τον φόβο του καθενός να μη μείνει απ’ έξω και να μην μπορεί να νομιμοποιηθεί ως διεκδικητής αιτημάτων. Εκεί, πράγματι, έχει νόημα – και με το παραπάνω – να ψηφίζει κανείς. Αναρωτιέμαι, όμως, αν αυτό είναι το νόημα που πραγματικά θέλουν να δώσουν στη δημοκρατία εκείνοι που προβάλλουν την παν-κινητοποίηση των ψηφοφόρων ως δείγμα ευρωστίας της.