Ξέφραγη γωνία, ποιός… νοιάζεται;

Ένα προαύλιο παιδιά, φωστήρες και αγγελάκια
λεηλατούνε στη γωνιά, και απέξω τα καμάκια.

Στον τοίχο γράφουν έρωτες, συνθήματα ποτάμι
και τα ρολόγια της ΔΕΗ, δίπλα τους χωρίς τζάμι.

Καρέκλες σπάνε ευχάριστα, ξεσπάνε την ορμή τους
εκφράζουν μέσα στο σχολειό, την βάνδαλη γραμμή τους.

Και ΄γω πονάω μέσα μου, σπαράζει η ψυχή μου
μ΄ αυτά που βλέπω δεν μπορώ, τελειώνει η αντοχή μου.

Αναρωτιέμαι, σκέφτομαι, αν φταίνε οι δασκάλοι
το κάθε δένδρο σπιτικό, το φρούτο που θα βγάλει.

Μηδέν διαπαιδαγώγηση, ποιά είναι η αξία
και αυτό που λέει το ένστικτο, ξένη περιουσία.

Τα πρώτα τα μαθήματα, τα παίρνουνε απ΄ το σπίτι
σφουγγάρι τα μικρά παιδιά, λες κι΄ έχουνε μαγνήτη.

Ελλάδα, κάποτε έκαναν, σημάδι οι ξυλιές σου
και τώρα σου πληρώνουμε, τις συμπεριφορές σου.

Εφρόντισες το μέλλον σου, κανείς δεν σ΄ αγαπάει
με τη δική σου ανοχή, έμαθε να τα σπάει.

Θυμάμαι πράγματα πολλά, και ΄γω σαν μαθητούδι
πόση φροντίδα για να ΄βγει, θέλει ένα λουλούδι.

Συνείδηση κοινωνική, μυαλό και πειθαρχία
το αντίθετο της εποχής, γλώσσα και αναρχία.

Αυτά που ψάχνω για να ΄βρω, με σπρώχνουν προς τα πίσω
σε ένα ρολόϊ της ΔΕΗ, δεν θέλω να ακουμπήσω.

Αλλά θα γράψω πάνω του, γιατί εκεί μου αρέσει
ας είναι και χωρίς γυαλί, και μέσα ας μου πέσει.

Ο μαρκαδόρος πιάνεται, μυαλό δεν θα χαλάσω
θα χώσω εκεί το χέρι μου, απλά και θα τον πιάσω.