“Γιοφύρι” ΙΙ

Πολλά θα ακούσεις και θα δεις, στο πόστο, στο “Γιοφύρι”,
κουβέντες ντόμπρες, παστρικιές, γλυκό ή πικρό ποτήρι.

Ακούστηκαν στα σοβαρά, λόγια δεν ήταν τρίχες,
κάτι για “Φάντε” λέγανε, τι έχασες τι είχες.

Ετίμησε, επρόσφερε, γερόλυκος ακόμα,
αλλά το επιστόμιο, δεν στέκεται στο στόμα.

Εγέρασε και φύγανε, τα χρόνια ένα – ένα,
ο χρόνος τρώει τα νιάτα μας, και χάρη σε κανέναν.

Πλακέτα τιμής ένεκεν, δώστε του και στεφάνι,
κάποτε ήτανε και αυτός, μα τώρα πια δεν κάνει.

Και πέστε το, μην ντρέπεστε, κουβέντες μεσ΄ το δρόμο,
ο λόγος είναι ελεύθερος, θεσπίστηκε με νόμο.

“Γιοφύρι”, ώρα εφτάμισι, κουτσομπολιό με βάθος,
για “ορφανά” μιλάγανε, που παίξανε με πάθος.

Ένα μικρό φυτώριο, σιγά-σιγά, που ανθίζει,
χωρίς βοήθεια ουσιαστική, έμαθε να βαδίζει.

Στο Σταυρωμένο υστέρησε, στον Επιτάφιο θαύμα,
δεν είχε τα “παράσιτα” που βγαζε εκιο το πράμα.

Ο αρχηγός κατάλαβε, πήρε το μήνυμά του,
δουλειά πολλή για να φανεί, “μπορώ”, το σύνθημά του.

Ξεπέρασε τα πέρυσι, έσφιξε τη γροθιά του,
μήνες πολλούς απλήρωτος, μα φάνηκε η δουλειά του.

Μάθε να μη χαρίζεσαι, τση μουσικής το νόμο,
πρέπει να παίζει το παιδί, για να βγει και στο δρόμο.

Άκουσα, τι δεν άκουσα, σε κείνο το “Γιοφύρι”,
είναι πολλά για να τα πω, και σούσουρα θα σπείρει.

Ζακυνθινέ, αυτά που ακούς, δεν είναι παραμύθια,
θέλουμε, δεν το θέλουμε, είν΄ η ωμή αλήθεια.



Τελευταία άρθρα