Μάχη Μουζάκη

Όσα είμαστε κι όσα δεν είμαστε*

«Είμαι όλα, όσα είμαστε, όσα δεν είμαστε». Τι ποιητής και τι άνθρωπος είναι δυνατόν να γράψει έναν τέτοιο στίχο; Τι μπορεί να σημαίνει η οικουμενικότητα ενός ποιητή στην εποχή μας, στον καιρό της ολοταχώς προϊούσας εξατομίκευσης που τείνει πια σχεδόν να αγγίξει την ιδιωτεία και με τις δύο έννοιες της λέξης – τον αυτοεγκλεισμό σε μια ατομικότητα με χτισμένες πόρτες, μα και την εξάρθρωση της δυνατότητας για ορθό λόγο; Η Μάχη Μουζάκη, η δικιά μας Μάχη, η Μάχη της Ζακύνθου, η Μάχη του καιρού μας, δεν είναι ωστόσο ποιήτρια του τόπου μας ούτε των χρόνων μας. Έρχεται από ένα μέλλον όπου το νυν πολλαπλά τσακισμένο πρόσωπο του ανθρώπου είναι πλανητικό και ολόκληρο. Γι’ αυτό η ποίησή της δεν γίνεται κατανοητή και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από εκείνους που δεν είναι τίποτα, ούτε όσα είμαστε, ούτε όσα δεν είμαστε.
Η σκέψη εκκινά τη σπείρα της των πυροτεχνημάτων τη στιγμή που ένας άνθρωπος στέκεται απέναντι σε κάποιον άλλον άνθρωπο λέγοντας: «Εγώ είμαι εγώ και αυτός είσαι εσύ». Όταν η σκέψη, μέσα στο πνεύμα κάποιων ποιητών ή στοχαστών όπως η Μάχη, ολοκληρώσει τη σπείρα της, παραδόξως ξαναγυρνά σε ένα φαινομενικά προ-λογικό επίπεδο ταυτότητας του εγώ και του εσύ, μια στιγμή πριν την παραπάνω θεμελιώδη απόφανση, και λέει: «Εγώ είμαι εσύ, για τούτο θα σε μεταχειριστώ σαν τον εαυτό μου».
Κι όταν η σκέψη ξαναρχίσει τον κύκλο της, ως κάτοχος πια της έλλογης γνώσης κι όχι ως μυούμενη δόκιμη, τότε μπορεί να συλλάβει επιτέλους την τελική ενότητα των πραγμάτων που ίσως μόνο η ποίηση και η κβαντική φυσική μπορεί να εκφράσει: «Είμαι όσα είμαστε κι όσα δεν είμαστε». Ο ποιητικός στοχασμός μα και η ηθική λογοτεχνική θέση της Μάχης Μουζάκη ανιχνεύει και επεξεργάζεται ήδη από τα πρώτα της βιβλία αυτό ακριβώς το τριαδικό σχήμα, το οποίο είναι όχι ένα τέλος της φιλοσοφικής ενατένισης της σκεπτόμενης ποιήτριας για τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τα όντα, μα αρχή και προϋπόθεση για μια μαθηματικά δομημένη θεώρησή της που έχει στόχο τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου.
Αυτό που δεν είμαστε μα που εντούτοις μπορεί να ξεσκεπαστεί μέσα μας, σαν πηγάδι αντιύλης το οποίο ίσως μας καταπιεί αλλ’ ίσως και να μας σώσει, είναι σημαντικότερο για την οντολογική ολοκλήρωση του ανθρώπου από εκείνο που είμαστε. Το ξεσκέπασμα όμως μέσα μας εκείνου που δεν είμαστε και που μας λείπει, απαιτεί σωματική και διανοητική αγωνία, πέρασμα μέσα από την πιο απάνθρωπη κενότητα: «Τι έρημος τα βήματα». Γιατί καθώς η ποιήτρια συμπορεύεται αγκαλιά με τον άνθρωπο, τον αθώο και τον ένοχο, τη γυναίκα και τον άνδρα, το παιδί και τον γέροντα, βλέπει κάθε βήμα της να ξανοίγει την έρημο.
Αλλά η έρημος περιτριγυρίζεται από τον ζωντανό κόσμο, και είναι κι η ίδια ζωντανή αν ξέρεις να την γευτείς, να την αποδεχτείς σαν μέρος του κόσμου και του εαυτού σου. Εντέλει, αν την επεξεργαστείς ως κατάσταση της φύσης και της ψυχής, εντός της οποίας η ανθρώπινη τραγωδία μπορεί να παιχτεί όχι σαν προδιαγεγραμμένο θρίλερ όπου οι ηθοποιοί πάσχουν δίχως να επιτρέπεται ν’ αλλάξουν ούτε λέξη, μα ως έργο μιας τέχνης που στοχεύει στην ολοκλήρωση του ατομικού προσώπου και τον εκπολιτισμό του συνόλου, ανθρωποποιό δράμα διαρκώς μετασχηματιζόμενο και αναδιαρθρούμενο μέσω της έλλογης βούλησης και του αγώνα.
Το στοιχείο που διαποτίζει, λοιπόν, ολόκληρο το έργο της Μάχης και το μεταβάλλει από προσωπικό, παραδεισιακό επιτέλεσμα σε κοινή για όλους εκπολιτιστική κατάκτηση, είναι η στοχαστική επεξεργασία της ενοραματικής, ποιητικής ύλης, ώστε να καταστεί τούτη, μέσω της δύναμης του κάλλους, χρήσιμη στο κοινωνικό σύνολο. Ο σχεδιασμός της ποιήτριας για μια πορεία προς την άνοιξη περιλαμβάνει τρεις άξονες: τη φύση, τον έρωτα και τους κοινωνικούς αγώνες, άξονες που συμπλέκονται μεταξύ τους πολλαπλά σε μια αλγεβρικά μελετημένη διαλεκτική, ώσπου να συναποτελέσουν εντέλει το ενοποιημένο πεδίο πάνω στο οποίο η ανθρώπινη κατάσταση μπορεί να αρθρωθεί στο εξής φυσικότερα, ερωτικότερα και ορθολογικότερα.
Γενικά, μπορεί κανείς να παρατηρήσει στην ποιητική της Μάχης Μουζάκη μια δυναμική υπερδομή τριαδικών σχημάτων, που ελίσσονται το καθένα γύρω στο άλλο δανείζοντας εκατέρωθεν τα ουσιώδη στοιχεία τους και μετασχηματιζόμενα σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο.
Έτσι, όσον αφορά τον πρώτο από τους τρεις κύριους άξονες του έργου της Μάχης, η φύση είναι θηλυκή, ερωτική και πολεμίστρια. Είναι μυστηριακή και παντοδύναμη, δίχως τη χύδην μεταφυσική διάσταση που βρίσκουμε σε θρησκευτικά και μυστικιστικά κείμενα, εκείνη την ιδεαλιστική παρανόηση η οποία τη μεταβάλλει από αυθύπαρκτη πραγματικότητα σε παθητικό ενεργούμενο θεών ή άλλων “υπερφυσικών” δυνάμεων. Με τη σειρά της, η δίχως σύνορα μα όχι για τούτο και χαοτική θηλύτητα της φύσης, διαλεκτικά κλιμακούμενη, είναι ερωτική και γεννητική· όμως επίσης αναγεννητικά καταστροφική, εφόσον ο θάνατος και η διάλυση αποτελούν δυναμικά και ενεργοποιά στοιχεία της ύλης. Μα και στην ερωτική και αντίστοιχα στην πολεμική διάσταση της φύσης, όπως οικοδομούνται στο έργο της Μάχης, μπορούμε να διακρίνουμε το καταστροφικό στοιχείο της καταιγίδας, που συνουσιώνεται με τα στοιχεία της μητρότητας και της αγάπης για να δώσουν το διαλεκτικό συναπότοκο – την άνοιξη της ζωής.
Αλλά και στους άλλους δύο άξονες της ποιητικής της, στον έρωτα και στον κοινόν αγώνα για την κοινωνική άνοιξη, η Μάχη Μουζάκη διαπλέκει σε όλο και πιο σύνθετα, μα επίσης όλο πιο κατανοητά και εντέλει όλο πιο ανθρώπινα σχήματα τα τρία αυτά πρωταρχικά στοιχεία:
α) Τη θηλύτητα, ως πρωταρχικά κοσμική, κατόπιν ερωτική και εντέλει μητρική και γεννητική δύναμη που, εκκοσμικευόμενη, καθίσταται μέτρο και φυσική προϋπόθεση της ανθρώπινης κατάστασης·
β) τον έρωτα ο οποίος, όπως στην ησιόδεια θεογονία, γονιμοποιεί μέσω της αγάπης και της γνώσης το χάος της συντριμμένης ατομικής ψυχής, οδηγώντας τη σε μια διαρκώς αναδιαρθρούμενη, δυναμική σχέση με τον Άλλο·
γ) τον αγώνα, που μπορεί να αναστρέψει τη μοιραία πορεία του προσώπου προς την καταστροφική εξατομίκευση, και να δημιουργήσει πολιτικά την κοινωνία των εξανθρωπισμένων ανθρώπων, εκείνη που ονειρεύτηκαν στοχαστές από τον Ρουσώ, τον Μαρξ και τον Λένιν, μέχρι τους φιλοσόφους της Σχολής της Φρανκφούρτης, τον Φουκώ και τον Καστοριάδη.
Η Δύση κι ο πλανήτης στο σύνολό του, μετά τη διάψευση των ελπίδων που γεννήθηκαν κατά τον εικοστό αιώνα, δεν βαδίζει σήμερα στον δρόμο προς τον εξανθρωπισμό, αλλά προς έναν διανοητικό και πολιτικό μετα-ολοκληρωτισμό στον οποίο ο μέσος άνθρωπος, εμείς όλοι, αλίμονο, παίζουμε με την ψήφο και την ενεργή συμμετοχή μας τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Καθώς είπα στην αρχή αυτού του ελλειπούς κειμένου, σε τέτοιες εποχές, φωνές όπως της Μάχης Μουζάκη, της Μάχης της Ζακύνθου, έρχονται από το μέλλον.
Σε μια Ακαδημία Αθηνών που θα ήταν πράγματι πνευματικό ίδρυμα, ανώτατο και πρωτεύον της χώρας σε αγώνα για πρόοδο και δημιουργία, η Μάχη, η δικιά μας Μάχη, θα είχε απαραίτητα τη θέση της. Αλλά η Ακαδημία Αθηνών είναι ένα μαυσωλείο νεκροζώντανων πλην λειτουργικότατα αντιδραστικών ανθρώπων, ιδεών και πολιτικών πρακτικών· έχοντας σαν μόνο σκοπό της την ιδεολογική και εντέλει πολιτική καταστολή κάθε προόδου, για τη διασφάλιση του υπάρχοντος καθεστώτος, δεν ταιριάζει στη Μάχη. Κι έτσι εμείς θα τιμήσουμε τη Μάχη, τη Μάχη όλων μας, όπως μπορούμε σαν κοινωνία μικρή, που όμως κοιτάζει προς το μέλλον. Τα κείμενα που ακολουθούν, της αφιερώνονται.

Τα
έγκατα της ζωής
δεν
κλέβονται.
Γεννούν
προφήτη ή βάνδαλο.

* To παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ανασκόπηση 2009, η οποία κυκλοφόρησε στις 31 Δεκεμβρίου 2009, από την εφημερίδα μας