Η συζήτηση για τα αίτια της κρίσης στην καρδιολογική κλινική του Γ.Ν.Ν. Ζακύνθου

Του Αντώνη Σ. Κασσιμάτη
Καρδιολόγου

Με αφορμή δημοσιεύματα του τοπικού τύπου και την συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στην 26.02.2010 σχετική συνεδρίαση του νομαρχιακού συμβουλίου, αλλά κυρίως λόγω της αδιαμφισβήτητης δημόσιας ανησυχίας για το μέλλον της καρδιολογικής κλινικής του νοσοκομείου μας, θα επιθυμούσα να διατυπώσω δημόσια την άποψη μου.
Αρχικά η συζήτηση αυτή είναι αποκαλυπτική του γεγονότος, πως πέρα από την δημοσιονομική υστερία και τις προφανείς σκοπιμότητες που κρύβονται πίσω της, άλλα είναι τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα. Προβλήματα όπως η δραματική συρρίκνωση και απαξίωση των δημόσιων κοινωνικών αγαθών (υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση) που μαζί με την επίθεση στα εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας μας, προδιαγράφουν κυριολεκτικά ένα εφιαλτικό σενάριο για το άμεσο μέλλον του τόπου, που μάλιστα εκπονείται στο όνομα της “σωτηρίας” της χώρας.
Τόσο στην γενικότερη αντιπαράθεση όσο και στην ειδικότερη συζήτηση αναζητούνται πάντα αποπροσανατολιστικά άλλοθι για να κρυφτούν οι πραγματικές ευθύνες και οι πραγματικοί υπεύθυνοι.
Έτσι λοιπόν και κατά την συζήτηση στο νομαρχιακό συμβούλιο -στην οποία φυσικά και δεν παρευρέθηκα ούτε και κλήθηκα- επιχειρήθηκε από την εκπρόσωπο της διοίκησης του νοσοκομείου, να καταλογισθούν προσωπικές ευθύνες ερήμην του γράφοντος, με το ομολογουμένως ακλόνητο σκεπτικό, ότι με την «παραίτηση» μου τον Νοέμβριο του 2006 ευθύνομαι για την κατάρρευση της κλινικής τον Φεβρουάριο του 2010.
Αλήθεια ποιος ήταν ο λόγος που επανειλημμένες προκηρύξεις επί τρία συνεχή χρόνια όχι μίας, όχι δύο αλλά τριών θέσεων επιμελητών καρδιολόγων απέβαιναν άκαρπες;
Μήπως αυτό είχε κάποια σχέση με την πολιτική διάλυσης του δημόσιου συστήματος υγείας που σταθερά προωθείται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, στο όνομα της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους
Μήπως αυτό είχε κάποια σχέση με την πολιτική της συνεχούς απαξίωσης της θέσης των νοσοκομειακών γιατρών, με τις επιδεινούμενες συνθήκες εργασίας, χωρίς νοσηλευτικό προσωπικό, με έλλειψη ακόμα και στοιχειωδών υγειονομικών μέσων (γάζες, γάντια ακόμα και γραφική ύλη), με κρίσιμο ιατρικό εξοπλισμό- ακόμα και στην μονάδα εμφραγμάτων – να φθείρεται και να μην συντηρείται.
Μήπως αυτό είχε κάποια σχέση επίσης, με την πολιτική της εντεινόμενης οικονομικής υποβάθμισης των νοσοκομειακών γιατρών, με τα κονδύλια για τις εφημερίες να περικόπτονται από χρόνο σε χρόνο όλο και περισσότερο.
Μήπως αυτό είχε ακόμα κάποια σχέση με τον χυδαίο κομματισμό και την αναξιοκρατία στις κρίσεις αξιολόγησης των γιατρών, όπου οι πρώτοι στις αξιολογήσεις των βαθμολογητών “έσονται έσχατοι” καθότι δεν είναι “δικά μας παιδιά”.
Θα πρέπει πραγματικά αυτή η διοίκηση του νοσοκομείου και “όσοι την εκπροσωπούν” να ήταν τυφλή και ανάλγητη για μην αντιλαμβάνεται, όλα τα παραπάνω και τον καθημερινό κατήφορο, που οδηγούσαν το νοσοκομείο, οι ασκούμενες από τους πολιτικούς τους προϊστάμενους πολιτικές.
Μέτρο μάλιστα της αναλγησίας και του κοινωνικού εμπαιγμού, αποτελούν επίσης και οι ισχυρισμοί της και μάλιστα δημοσίως ότι κάτι περίπου σαν θαύμα συνετελείτο στο νοσοκομείο μας τα τελευταία χρόνια.
Όσο για τον γράφοντα, πράγματι μετά από μια προσωπική επιλογή 12 χρόνων νοσοκομειακής ιατρικής, κατά τα οποία θεμελίωσα την λειτουργία της καρδιολογικής κλινικής -με αποκλειστική μάλιστα παρουσία 2.5 χρόνων σαν ο μόνος γιατρός της κλινικής- υπέβαλα την παραίτηση μου απλά για λόγους αξιοπρέπειας.
Είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποχώρησα από την καρδιολογική κλινική ( επιλογή για την θέση του διευθυντή της καρδιολογικής υποψηφίου, με απόφαση, η οποία ανέτρεπε την αξιολογική σειρά των βαθμο-λογητών του συμβουλίου και στην οποία κατελάμβανα την πρώτη θέση και με σημαντική διαφορά ).
Αυτό που θα ήθελα να τονίσω ωστόσο ότι παρ’ όλες τις επίμονες και παρατεταμένες προσωπικές (με ένδικα μέσα προς τον τότε υπουργό υγεία κ Αβραμόπουλο) αλλά και κοινωνικές παρεμβάσεις, ακόμα και με κείμενο διαμαρτυρίας εκατοντάδων συμπολιτών μας. Αλλά και με επερώτηση στην βουλή των βουλευτών κκ Δ. Βαρβαρίγου και Φ. Κουβέλη προς τον υπουργό υγείας, η απάντηση ήταν σταθερά και μονότονο ότι η διαδικασία επιλογής ήταν νόμιμη και αξιοκρατική.
Ποτέ μέχρι σήμερα η διοίκηση του νοσοκομείου και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι, δεν μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν στους ζακυνθινούς γιατί τελικά δεν έτυχαν των υπηρεσιών του επιλεγέντος διευθυντή, ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου ήταν και ειδικών προσόντων.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο τότε διοικητής του νοσοκομείου μας κ Αφουξενίδης συμμετείχε με την ιδιότητα του προέδρου, στην συνεδρίαση του συμβουλίου επιλογής, με αυτοπρόσωπη παρουσία μόνο των τριών από τα πέντε μέλη του.
Στη συνέχεια όταν ο “επιλεγείς” υπέβαλλε την παραίτηση του, και μάλιστα εκτός Ζακύνθου, κλήθηκα να αναλάβω την θέση του παραιτηθέντος σαν επόμενος, στα πλαίσια της “φυσιολογικής εξέλιξης μίας καθ’ όλα νόμιμης διαδικασίας”, στην οποία οι ενστάσεις και οι διαμαρτυρίες μου απλά ήταν μία “φαιδρή παρένθεση”, επιπέδου φτηνής αντιδικίας, με αντάλλαγμα την “καρέκλα του διευθυντή”.
Επειδή θεωρούσα και θεωρώ, ότι πραγματικά αδικήθηκα και ότι η αδικία δεν αίρεται με εξευτελισμό, δεν αποδέχθηκα τον διορισμό – εμπαιγμό και άφησα να καταλάβει την θέση του διευθυντή ο επόμενος στην σειρά αξιολόγησης. Εξάλλου πάντα υπάρχουν τρόποι να ασκήσεις το λειτούργημα της ιατρικής κρατώντας αλώβητη την αξιοπρέπεια σου.
Όσον αφορά την τύχη της καρδιολογικής κλινικής αλλά και του νοσοκομείου και του δημόσιου συστήματος υγείας γενικότερα είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία σήμερα η κινητοποίηση και ενεργοποίηση της κοινωνίας για την στήριξη τους και την αποτροπή χειρότερων εξελίξεων.
Σήμερα που οι ένοχες πολιτικές και οι ένοχοι είναι περισσότερο από ποτέ γυμνοί, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την συζήτηση στο νομαρχιακό συμβούλιο.