Ο σπουργίτης το… καναρίνι (ΙΙ)

Σπυρέτος: Καλώς τον Επτανήσιο, γειά σου Κεφαλλονίτη,
ωρέ που εβρεθήκατε, τη λέτε και καλά,
εμείς απ΄ το Ιόνιο, λες κι έχουμε μαγνήτη,
έχουμε και παράσημα, στο πέτο μας πολλά.

Νιόνιος: Κάτσε κολέγα, όχι εκεί, εδώ κοντά μου,
Σπυρέτο, φέρε μας, ηδύποτον καλό,
βλέπω νησιώτη και ανοίγει η καρδιά μου,
όπως τον Αίνο, που κοιτάω απ΄ το γιαλό.

Έλα Γεράσιμε, και πες μας ιστορίες,
για τα ταξίδια σου, και άν θα ξαναπάς,
είδες, διασκέδασες με όμορφες κυρίες;
και στο σπιτάκι σου, τι δώρο θα τσου πας;

Μαλαγάνα είναι ο Νιόνιος δεν ιδρώνει,
το Γεράσιμο να ρίξει προσπαθεί,
Να πουλήσει το σπουργίτη του, σκαρώνει,
με τρεις λίρες κερδισμένος να βρεθεί.

Για να δούμε τι θα βγάλει η ιστορία,
κατεργάρης είναι ο ένας, πονηρός,
δε θα αφήσει να χαθεί η ιστορία,
και ο άλλος θα ΄ναι θύμα ο καψερός.

Γεράσιμος: Χρόνια εγύριζα τσι θάλασσες εφτούνες,
γνώρισα κόσμους που ποτέ δεν είχα δει,
όλα τα πέρασα μπουνάτσες και φουρτούνες,
μα είχα χάσει της καρδιάς μου το κλειδί.

Τώρα γυρίζω στη γλυκιά Κεφαλλονιά μου,
εκεί το έχασα και που ΄θε να το πω;
είναι το σπίτι μου εκεί και η κυρά μου,
είναι το φιόρο μου, ο τόπος που αγαπώ.

“Κεφαλλονιτοπούλα μου, εμένα περιμένεις,
κάθε παπόρο που ΄ρχεται, στο πόρτεγό σου βγαίνεις,

Καερινάκι στο κλουβί για δώρο θα σου φέρω,
κι απ΄ το γλυκό κελάηδισμα, αν μ΄ αγαπάς θα ξέρω”.

Νιόνιος: Έλα Γεράσιμε, είναι το τυχερό σου,
μεσ΄ το κλουβί σε περιμένει το πουλί,
κάμε το δώρο σου, βγάλε το τρυφερό σου,
θα κεηλαδάει στην περγουλιά σου στην αυρλή.

Γεράσιμος: Καλά μου λες Ζακυνθινέ και το φλερτάρω,
μα τόση ώρα δεν τ΄ ακούω να λαλεί.

Νιόνιος: Τι να σου λέω, θέλεις όρκο να σου πάρω;
λίγο πριν έρθεις τρόμαξε μ΄ ένα σκυλί,

Γεράσιμος: Πές μου τα όβολα που θες γιατί θα φύγω,
πάω στο νησί, μου έχει λείψει απο καιρό,
τρεις λίρες φίλε θα σου πω, και είναι λίγο,
μια λιγότερη αν δόσεις δεν μπορώ.

Σπυρέτος: “Είσαι μουρλός για δέσιμο, ωρέ Κεφαλλονίτη,
χρυσάφι τον επλήρωσες, Ζακυνθινό σπουργίτι

Γεράσιμος: Χαλάλι σου Ζακυνθινέ, πάρε τρις λίρες,
μα η τιμή σου, είναι λίγο ακριβή,

Νιόνιος: Μα ΄κιο τον Άγιο, αν ήξερες τι πήρες;
και για να δεις σου κάνω δώρο το κλουβί

Γεράσιμος: Μην μου ορκίζεσε μουρλέ, και σε πιστεύω,
τον κόσμο γύριζα δεν είμαι παλαβός,
φεύγω, αριβάρω, από δω να τα μαζεύω
Νιόνιο, με μάδησες και πάω κολοβός.

Σπυρέτος: Βρε που να σου ΄ρθει συμφορά κομπογιαννίτη,
βρήκες κορόιδο για το σπούργο το μουγγό,
Νιόνιο μου γέλασες εσύ Κεφαλλονίτη;
είσαι και Κόντες που να σού ΄ρθει ξαφνικό.

Εδώ τελειώνει η μικρή μας ιστορία,
είχε το χρώμα το επτανησιακό,
τραγούδια, αρέκιες και δεν χάνουν ευκαιρία,
να στήσουν μάντσια, σκηνικό θεατρικό.

Ζακυνθινός, Κεφαλλονίτης, Κερκυραίος,
ξεχωριστή η λαϊκή τους ομορφιά,
κατρεγαρίες και φωνές, λαός ωραίος,
μια παράδοση, θα πει μια ζωγραφιά

Νιόνιος: Όρσε στην έφερα κουτέ Κεφαλλονίτη,
το καερίνι έχει χρώμα καφετί
δεν κελαηδάει, δεν του μοιάζει ούτε στη μύτη,
σπουργίτης είναι βρε κοροιδο εραστή.

Γεράσιμος: Ωρέ μουρλέ Ζακυνθινέ και βαρεμένε,
σπουργίτη, πιάστηκες απάνου στο βεργί,
για δες τσι λίρες σου, Νιονιάκι μου παρμένε,
ψεύτικες είναι, δεν περνάνε, βρε τραγί.

Πιάστηκε το έξυπνο πουλί από τη μύτη,
γιατί κι ο άλλος, κατρεγάρης, ζωηρός,
Ζακυνθινός χωρίς μυαλό,γαϊδούρι μπητι,
Κεφαλλονίτης ναυτικός και πονηρός.

Μάντσιες, αρέκιες, πονηριές, κατρεγαρίες,
είναι στο αίμα σας, Ιόνια Νησιά,
μούρλια, πειράγματα και φάρσες, ιστορίες,
είναι το χρώμα στη δική σας τη μπασιά.