Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922.

“Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922. Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική”

Κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις “Ποιότητα” το νέο βιβλίο του συμπατριώτη μας, Λέκτορα του Πανεπιστημίου Πειραιά, Διονύση Χ. Τσιριγώτη με τίτλο “Η Ελληνική Στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922. Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική”. Πρόκειται για μια εξαιρετική μελέτη του συμπατριώτη μας που διερευνά και ερμηνεύει τα κύρια αίτια της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922. Μεταξύ άλλων, τις γενεσιουργές αιτίες του Μικρασιατικού εγχειρήματος, τα κίνητρα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και τα μείζονα σφάλματα στον σχεδιασμό και εφαρμογή της υψηλής στρατηγικής της Ελλάδας που αποσκοπούσε στην εκπλήρωση του στόχου της Μεγάλης Ιδέας. Καλύπτει τις κύριες ιστορικές πτυχές και αναλύει τα κρισιμότερα ζητήματα του Μικρασιατικού εγχειρήματος.
Το κεντρικό ερώτημα που απασχολεί το συγγραφέα είναι εάν και σε πιο βαθμό η ελληνική υψηλή στρατηγική ήταν ορθολογική στο ιστορικό και γεωπολιτικό πλαίσιο της εποχής, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της στρατηγικής των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Σε πιο βαθμό, για παράδειγμα, το εγχείρημα αποτελούσε μακροχρόνιο κοινωνικοπολιτικό αίτημα με αφετηρία την Ελληνική Επανάσταση;
Ακόμη πιο σημαντικό και συναφές, σε πιο βαθμό το εγχείρημα ήταν αναπόφευκτο υπό το πρίσμα των στρατηγικών, πολιτικών και διπλωματικών δεδομένων λόγω αποδιάρθρωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μεγάλων ανακατατάξεων στον Μικρασιατικό χώρο;
Υπό τις διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες της εποχής το Μικρασιατικό εγχείρημα ήταν, όπως φαίνεται, αναπόφευκτο. Για να επιτύχει όμως, απαιτείτο να πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις στο εσωτερικό μέτωπο, στο διπλωματικό στίβο και στο στρατιωτικό πεδίο.

Πρόλογος του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη
Το έργο του Διονύση Τσιριγώτη «Η ελληνική στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919 – 1922. Σύγχρονη ελληνική ιστορία και εξωτερική πολιτική» μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία παραδειγματική επιστημονική παρέμβαση σε ένα κρίσιμης σημασίας ζήτημα του ελληνικού κόσμου και της ευρύτερης περιοχής, όπως είναι το μικρασιατικό εγχείρημα. Είναι παραδειγματική, διότι, ανεξαρτήτως αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με το ερμηνευτικό του πόρισμα, περιέχει μια στέρεη επιχειρηματολογία, η οποία εδράζεται, αφενός σε μία εξαντλητική αναδίφηση στις πηγές και, αφετέρου σε νέες γνωσιολογικές βάσεις. Όντως, ο συγγραφέας εξετάζει το μικρασιατικό ζήτημα με γνώμονα τις παραμέτρους και τη δυναμική του διεθνούς συστήματος, ενώ, συγχρόνως, αναδεικνύει τη διεθνή του διάσταση και τις επιπτώσεις του στις μετέπειτα γεωπολιτικές εξελίξεις. Είναι, ήδη, οπλισμένος με ένα ισχυρό θεωρητικό υπόβαθρο, που, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει ρητά, εμπνέεται από τη θουκυδίδεια προβληματική για τις διεθνείς σχέσεις.
Το έργο του Δ. Τσιριγώτη είναι προσεκτικό στη συναγωγή συμπερασμάτων και οπωσδήποτε πρωτότυπο. Μολονότι επαγγέλλεται την αξιολογική ουδετερότητα, δε διστάζει να εισφέρει ερμηνείες, που ανοίγουν νέους ορίζοντες για μία συνολική αποτίμηση της «υψηλής στρατηγικής», που ακολούθησε το ελληνικό κράτος στο ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης. Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ο συγγραφέας καταθέτει την πρώτη ολοκληρωμένη αποτίμηση του μικρασιατικού εγχειρήματος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παρανοήσεις και οι παλινωδίες στην προσέγγιση του μικρασιατικού ζητήματος, όταν δεν ανάγονται σε πολιτικές σκοπιμότητες ή επιλογές, οφείλονται στη θεμελιώδη άγνοια δύο κεφαλαιωδών παραμέτρων, οι οποίες συνδυάζονται, αφενός με τις σταθερές του εσωτερικού πολιτικού συστήματος της χώρας και, αφετέρου με το ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο, το οποίο διαμορφώνεται, ούτως ή άλλως, από τις Δυνάμεις της εποχής. Ώστε, μόνο δια της καθόλου ιστορίας, όπως θα έλεγε ο Πολύβιος, είναι δυνατή η κατανόηση και η ερμηνεία μίας τόσο κρίσιμης για την πορεία του ελληνισμού ανατροπής με καίριες επιπτώσεις στο ευρύτερο γεωπολιτικό τοπίο.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική εξέλιξη, το 1922 σηματοδοτεί όντως μια κεφαλαιώδη τομή, θα έλεγα ρήξη, η οποία σε συμβολικό επίπεδο μεταφράζεται ως το οριστικό κλείσιμο του κύκλου του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, που δέσποσε ιστορικά ήδη από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους και οδήγησε το νεότερο κόσμο με αφετηρία την Ευρώπη στον ανθρωποκεντρισμό. Η Μικρασιατική Καταστροφή θα σημάνει την οριστική μετάβαση του ελληνισμού από το καθεστώς του έθνους – κοσμοσυστήματος στο έθνος – κράτος. Παρόλο που η υπεροχή του κοσμοσυστημικά διατεταγμένου ελληνισμού έναντι της ελλαδικής κοινωνίας δεν ήταν τις παραμονές της μικρασιατικής εκστρατείας συντριπτική, όπως ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, θα συνεχίσει εντούτοις να κατέχει μία σημαίνουσα θέση στα δρώμενα της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της εγγύς Ανατολής.
Ο ελληνισμός που εγκαταβιεί στις εκτός της Ελλάδας ιστορικές του εστίες θα συνεχίσει έως τότε να συγκροτείται με τους όρους του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, δηλαδή με πρόσημο στην πόλη – κοινό, και να αυτοπροσδιορίζεται βασικά ως έθνος – κοσμοσύστημα. Από το 1922 και μετά η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, εγκιβωτισμένη κακήν κακώς στο νεοελληνικό κράτος, θα αναλάβει το εγχείρημα της ανασυγκρότησής της στη βάση μιας ταυτότητας που θα υπαγορεύεται από τους όρους του έθνους – κράτους. Η στροφή αυτή υπήρξε ιστορική με την έννοια ότι συνεπαγόταν την ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας από το καθεστώς της μετακρατοκεντρικής ή κοσμοπολιτειακής οικουμένης σε ένα σύστημα πρωτοανθρωποκεντρικό και ως εκ τούτου κρατοκεντρικό.
Στο περιβάλλον του κράτους – έθνους ο μικρασιατικός ελληνισμός εκαλείτο να επιχειρήσει την προσαρμογή του στο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα του νεοτερικού κράτους, καθώς και τον ολοκληρωτικό αναπροσδιορισμό της εθνικής του ιδεολογίας. Η νέα εθνική ιδεολογία όφειλε να εξοικονομεί, κατά τρόπο μονοσήμαντο, την πρώιμη ανθρωποκεντρικά αντίληψη του ανήκειν της κοινωνίας και συνακόλουθα της συλλογικής της ταυτότητας στο κυρίαρχο πολιτικά κράτος. Από το έθνος της κοινωνίας ο ελληνισμός στο σύνολό του έμελλε να εναρμονισθεί με τη λογική του έθνους του κράτους.
Την ίδια στιγμή, με τη μεταστέγαση σύσσωμου του μικρασιατικού ελληνισμού στο έθνος – κράτος, η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας ήταν αναπόφευκτο να αλλάξει ριζικά. Μολονότι εξουθενωμένος και απόκληρος ο ελληνισμός αυτός, σε συνδυασμό με τους ελληνικούς πληθυσμούς των νέων χωρών, θα αποτελέσει την «πρώτη ύλη» για τη δημιουργική κινητοποίηση της ελληνικής κοινωνίας του κράτους – έθνους και, τελικά, για τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων μίας νέας πολύπλευρης απογείωσης, της οποίας τα αποτελέσματα θα γίνουν ορατά ήδη πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οπωσδήποτε στα εδάφη της Μικράς Ασίας θα ενταφιαστούν, συγχρόνως, ο ιστορικός ελληνισμός, η προοπτική της εθνικής ολοκλήρωσης και, μάλιστα, η δυνατότητα που προσέφεραν στη χώρα οι Δυνάμεις να μεταβληθεί το ελληνικό κράτος σε περιφερειακή δύναμη, που θα αναπλήρωνε μερικώς την ηγετική θέση που κατείχε η ελληνική κοινωνία στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Δ. Τσιριγώτης συντάσσεται με την άποψη ότι το μικρασιατικό εγχείρημα ηττήθηκε στο εσωτερικό μέτωπο, ως αποτέλεσμα της ανασύνταξης των δυνάμεων της κομματοκρατίας που δυνάστευαν την ελληνική κοινωνία από τις απαρχές σχεδόν της ιστορίας του νεοελληνικού κράτους. Με αυτή την έννοια, ο διχασμός δεν εκφράζει προφανώς δύο αντίθετες πολιτικές. Αποδίδει την αντίθεση δύο κόσμων: Εκείνου της κομματοκρατίας που κατείχε το κράτος και το διαχειριζόταν ιδίω ονόματι αντιτείνοντάς το στην κοινωνία (και στον εν γένει ελληνισμό) ως κράτος κατοχής· και εκείνου των δυνάμεων που προέτασσαν την ανασύνταξη του εθνικού κράτους, έτσι ώστε οι πολιτικές του να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις κοινωνικές, οικονομικές και εθνικές προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας.
Από την άποψη αυτή, το έργο του Δ. Τσιριγώτη παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον, καθόσον οι άρχουσες δυνάμεις του τόπου που διαχειρίσθηκαν τις τύχες του υπό το πρίσμα της κομματοκρατίας, δηλαδή του ίδιου συμφέροντος, εξακολουθούν να δεσπόζουν στο πολιτικό πεδίο της εποχής μας καλυπτόμενες εντούτοις, όπως και τότε, πίσω από το επιχείρημα ότι εκφράζουν την εκσυγχρονιστική οπτική του μέλλοντος. Κατά τούτο το έργο αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εξαιρετικά επίκαιρο, καθόσον η ερμηνευτική του παρέμβαση αναδεικνύει ένα ζήτημα που διατηρεί την επικαιρότητά του και κινητοποιεί την κοινωνική, την ιδεολογική και την πολιτική προβληματική της εποχής μας. Εξού και είμαι βέβαιος ότι θα τροφοδοτήσει με γόνιμο υλικό το διάλογο για την «υψηλή στρατηγική» που ακολουθεί η ελληνική πολιτιστική τάξη και θα ανοίξει νέους ορίζοντες στην προσέγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Who is Who
Ο Διονύσιος Τσιριγώτης είναι επισκέπτης Λέκτορας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
Από τον Απρίλιο του 2008 έως σήμερα είναι επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
Είναι κάτοχος πτυχίου διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, από το οποίο επίσης απέκτησε μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα στις διεθνείς σχέσεις και στρατηγικές σπουδές.
Ήταν υπότροφος του προγράμματος «Ηράκλειτος: Υποτροφίες έρευνας με προτεραιότητα στη βασική έρευνα» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (2003 – 2006).
Έχει δημοσιεύσει τα ακόλουθα άρθρα και ένα δοκίμιο:

Δοκίμιο
«Παγκοσμιοποίηση και αλλαγή στη διεθνή πολιτική: Κύριες τάσεις των εναλλακτικών ρευμάτων σκέψης της θεωρίας διεθνών σχέσεων» στο Σιούσιουρας Π. – Χαζάκης Κ. (επιστημονική επιμέλεια) Παγκοσμιοποίηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα, Αθήνα, Ποιότητα, 2009.

Άρθρα
1.«Διεθνής θεωρία και πολιτική πράξη – διπλωματία. Η περίπτωση της υψηλής στρατηγικής του Ε. Βενιζέλου, 1910 – 1920» στο Φιλελεύθερη Έμφαση, τεύχ. 38, Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 2009.
2.«Η Μεγάλη Ιδέα ως ανεξάρτητη μεταβλητή της υψηλής στρατηγικής του Ι. Μεταξά» στο Γεωστρατηγική, τεύχ. 15, 16 Σεπτέμβριο 2008 – Απρίλιος 2009.
3.«The impact of the Excess of the Culminating Point of Attack of the Greek Military Strategy on the Outcome of the Greek Campaign in Asia Minor (August 1921 – August 1922)» στο Defensor Pacis, τεύχ. 24, Ιούνιος 2009.
Μονογραφία (θα κυκλοφορήσει το 2010): Νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Διεθνείς σχέσεις και διπλωματία, Αθήνα, Ποιότητα, 2010.