Κοινωνία; Ποια κοινωνία;

Η μακροχρόνια τάση της παραβατικότητας να αυξηθεί οφείλεται κατά κύριο λόγο στη χαλάρωση των οικογενειακών δεσμών, στην έλλειψη σωστής διαπαιδαγώγησης των παιδιών από την οικογένεια και το σχολείο και στα πρότυπα βίας και εύκολου πλουτισμού που προβάλλονται καθημερινά από την τηλεόραση.
Αλλά βραχυχρόνια οι ρυθμοί της εξαρτώνται επίσης από το κόστος σε σχέση με τα οφέλη που οι επίδοξοι εγκληματίες προσδοκούν από έκνομες δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, μια πολιτική κατά της εγκληματικότητας θα πρέπει αφενός να εστιάζεται στη θεραπεία των αιτίων που την προκαλούν και αφετέρου να δημιουργεί για τους επίδοξους εγκληματίες το βέβαιο ισοδύναμο ενός υψηλού λόγου κόστους/οφέλους, ώστε να λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το ερώτημα λοιπόν είναι τι πρέπει και τι μπορούμε να κάνουμε. Κατ’ αρχάς, είναι ανάγκη να αναστρέψουμε τις διεργασίες που οδηγούν στην εύκολη διάλυση της οικογένειας με παιδιά σε πρώιμες ηλικίες.
Αντίθετα με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, σήμερα φαίνεται ότι επικρατεί άκρατος ατομισμός και έλλειψη υπευθυνότητας, με αποτέλεσμα πολλά ανήλικα παιδιά να μεγαλώνουν με τον ένα γονιό και να αναπτύσσουν τάσεις απειθαρχίας, επιθετικότητας και προσκόλλησης σε φίλους, με τους οποίους τελικά καταλήγουν να επιδίδονται σε έκνομες ενέργειες.
Για την αγωγή των νέων δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι η οικογένεια και το σχολείο αποτυγχάνουν να τους μάθουν τη νοοτροπία και την υπευθυνότητα της ελευθερίας.
Αλλιώς δεν εξηγείται γιατί η κοινωνία μας, ως σύνολο, ανέχεται επί τόσα χρόνια την εκδήλωση δημόσιας επιθετικότητας εκ μέρους τους με τη μορφή καταλήψεων, βανδαλισμών και άλλων προσβολών της έννομης τάξης.
Αυτό λοιπόν που χρειάζεται είναι στην οικογένεια και στο σχολείο να πάψουμε να πλειοδοτούμε σε ενδοτικότητα και μαζί με τη νουθεσία να αρχίσουμε να τους μαθαίνουμε έμπρακτα τι σημαίνουν οι αρχές της ατομικής υπευθυνότητας, της εντιμότητας, της αρωγής προς τον πλησίον, του ενδιαφέροντος για τα κοινά κλπ.
Οι οικογένειες και τα σχολεία τα οποία υπολείπονται σε αυτό το ζητούμενο πρέπει να υφίστανται το κοινωνικό κόστος που δημιουργείται από τη συμπεριφορά τους, όπως επίσης πρέπει να επιβραβεύονται για τις καλές επιδόσεις τους, μέσα από ένα σύστημα ηθικών και οικονομικών κινήτρων και αντικινήτρων.
Η τηλεόραση, από την πλευρά της, είτε θα σταματήσει από μόνη της να προβάλλει τη βία και να διαβρώνει τα ήθη που πηγάζουν από τις προαναφερθείσες αξίες είτε θα πρέπει να υπάρχουν διοικητικά μέτρα.
Τέλος, η κυβέρνηση, μέσα από τους μηχανισμούς της δίωξης, της δικαιοσύνης και των φυλακών, θα πρέπει να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος που θα αναμένουν να πληρώσουν οι επιδιδόμενοι σε εγκληματικές ενέργειες.
Αυτό μπορεί να γίνει με κατακόρυφη αύξηση των πιθανοτήτων σύλληψης, καταδίκης και παραμονής σε φυλακές, με συνθήκες διαβίωσης αντιστρόφως ανάλογες της σοβαρότητας των εγκλημάτων.
Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση της παραβατικότητας δεν έχει να κάνει τόσο με το πόσα χρήματα εγγράφουμε στον προϋπολογισμό για τη δημόσια ασφάλεια, αλλά με το πόσο αποτελεσματικά τα δαπανούμε. Εκεί είναι που πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας.