Είδος προς εξαφάνιση

Τα χρόνια εκείνα τα παλιά, τα θηλυκά ήταν δούλες,
τις πέρνανε τις δίνανε, σαν ψώνια σε σακούλες.

Δεν είχανε δικαίωμα, αγάπη να γνωρίσουν,
πατέρα, μάνα και αδελφό, να κακοφχαριστήσουν.

Πνίγανε τα αισθήματα, βαθιά μεσ΄ την ψυχή τους,
και μπαίνανε σ΄ ένα κλουβί, για όλη τη ζωή του.

Γυναίκες γνώρισα απ΄ αυτές, σήμερα σπάνιο είδος,
που χάριζαν τα νιάτα τους υπεε πίστεως και πατρίδος.

Ήταν γυναίκες σεβαστές, τους γέρους να φροντίσουν,
τον άνδρα τους και τα παιδιά, τα αμπέλια να ραντίσουν.

Η κάθε μια ξεχωριστά, γυναίκα, μάνα, εργάτης,
κι ο άλλος σε ένα καφενέ, τεμπέλης και ακαμάτης.

Το βράδυ η ξεκούραση, κοβότανε μαχαίρι,
γιατί ο άνδρας ήθελε, χαρά να του προσφέρει.

Γαϊδούρα μου και σήμερα, σου έβγαλα τα λάδι,
μα είσαι εκείνη που θα πω, γυναίκα μου το βράδυ.

Έτσι τα χρόνια τα παλιά, γινότανε, και τώρα,
σου λέει φέρτα κερατά, κι αν δεν μπορείς προχώρα.

Κοιτάει δουλειά, κοιτάει λεφτά, τι σύνταξη θα παίρνεις,
και αν έχεις μάθει απο μικρός, τα ρούχα σου να πλένεις.

Να μαγειρεύεις άριστα, τραπέζι να κενώνεις,
να ξέρεις ράψιμο καλό, ρούχα να σιδερώνεις.

Να πλένεις πιάτα, με ποδιά, να ξέρεις να σκουπίζεις,
να στρώνεις το κρεβάτι σου, τον κήπο να ποτίζεις.

Κι αν είσαι λέει σόγαμπρος, θα πρέπει να σαρτένεις,
θα σ΄ έχει κάνει η πεθερά, μπαλάκι για το τέννις.

Για άλλα δεν χρειάζεσαι, θα σε ‘΄χει για τα μάτια,
και στην κρεβατοκάμαρα, δυο μονά κρεβάτια.