Θεοφάνια ή Φωτώνε

Κοιμόμουν κι είδα όνειρο, Χριστέ μου χθες το βράδυ,
από ψηλά μια δέσμη φως, φώτισε το σκοτάδι.

Είδα στην άκρη του ουρανού, λευκό ένα περιστέρι,
και σκέφτηκα πάνω στη γη, ελπίδα θα μας φέρει.

Ελπίδα να γεμίσουμε, ο κόσμος το ΄χει ανάγκη,
για να περάσει δυνατός, το σκοτεινό φαράγγι.

Εκεί που παρασύρθηκε, και έχασε το φως του,
ο εαυτός του και ο νους, δεν είναι πια δικός τους.

Το Άγιο Πνεύμα του Θεού, ήρθε στη γη κοντά μας,
να δώσει λίγη φώτιση, στα κουρδιστά μυαλά μας.

Μηχανικά κινιώμαστε, μηχανικά μιλάμε,
τα ανθρώπινα αισθήματα, να ΄ξέρα που φυλάμε.

Στο όνειρο, σαν όνειρο, είδα τον Ιορδάνη.
Πως μου ΄ρθε η ψευδαίσθηση; Κι ήτανε το λιμάνι.

Λιμάνι, θάλασσα μουντή, και νοθευμένη αλμύρα,
απ΄ τ΄ Αγιασμένο σου νερό, σε μπουκαλάκι πήρα.

Παλιά σαν έπεφτε ο Σταυρός, εβρέχαμε μαντήλια,
και πλέναμε το πρόσωπο, κούτελο, μάτια, χείλια.

Να πάρουμε το βάπτισμα, και καθαρή τη σκέψη,
ο Αγιασμός, με το Σταυρό, ψυχή να γαληνέψει.

Φωτώνε εγιορτάσαμε, τον Αγιασμό υδάτων,
τα σπίτια μας, τα γύρω μας, όλων των ακαθάρτων.

Κρέμασα στα Εικονίσματα, μια φούντα πορτοκάλια,
κι Αγιασμό για το καλό, μέσα σε δυο μπουκάλια.