Καρναβαλικά: Νιόνιος, Νιονιάκης και Παππούς
Είναι αραχτοί και κάθονται, δυό φίλοι στο γιοφύρι
δυό μασκαράδες και μουρλοί, με μπύρα στο ποτήρι.
Ο ένας είναι αναίσθητος, και λογοπαιχνιδιάρης
ντουλάπα είναι ο δεύτερος, και μισοξεδοντιάρης.
Νιονιάκης ο αξεπέραστος, του κλώτσου μας ο Νιόνιος
και ο μανάβης ο Παππούς, δίπλα τους ο δαιμόνιος.
(Παππούς): Πάρτη μπανάνα Νιόνιο μου, και κάμε μας πως βγαίνεις
κουνουπιδίες σου ΄ρχουνται(;), και πόσες προλαβαίνεις;
(Νιόνιος): Άμε στο διάολο Παππού, που θα μου κάμεις πλάκα
υπάρχει άλλος δεύτερος, στον κόσμο βρε μαλάκα;
Στο λέει ο Νιόνιος άκουμε, δε σου μιλεί παιδάκι.
(Νιονιάκης): Νιόνιο έχω στην τσέπη μου, θές ένα κεφτεδάκι;
(Παππούς): Πάρτο Νιονιάκη, κάμε τη.
(Νιονιάκης): Νιάουου, τσίτο βρε γάτα, κάνει καλό στο λάρυγγα
Νιόνιο βραστή πατάτα.
Έχω δυό-τρεις τηγανητές, αν θες στην άλλη τσέπη
κι΄ ένα μπισκότο χθεσινό, που πήρα απ΄ την Ντέπη.
Φίλε μου δεν κατάλαβες, τί φτιάχνει το λαρύγγι
βαθιές ανάσες με δροσιά, κάτω από αλμυρίκι.
(Παππούς): Άντε στο διάολο μουρλοί, καρνάβαλοι μεγάλοι
πηγαίνετε στο Δήμαρχο, στο δρόμο να σας βγάλει.
(Νιόνιος): Δεν είμαι εγώ καρνάβαλος, στο δρόμο να γελάτε
πούστηδες με ζηλεύετε, και πάτε να με φάτε.
Μανάβη πήενε πούλησε, κανένα φασολάκι
γιατί σφουρίζει ο κώλος μας, εμέ και του Νιονιάκη.
Κάτσαμε λίγο για δροσιά, και ΄συ μας εσταβρώνεις
εμείς δουλεύουμε σκληρά, και ΄συ τα καμαρώνεις.
(Παππούς): Βλέπω δουλειά που κάνετε, εφτού σβολοκοπάτε
όλη τη μέρα αραχτοί, και μιναροκοπάτε.
(Νιόνιος): Δειλοί με σαμποτάρετε, εγώ δεν είμαι κάλος
όποιον ρωτήστε θα σας ΄πει, ο Νιόνιος ο μεγάλος.
(Παππούς): Ας γένει για το έθιμο, βαρείτε τσου στρατσίες
ετούτοι ΄δω δεν στρώνουνε, θέλουν κουνουπιδίες.
Ούρα, μάντσιες, φωνές και χρόνια πολλά.



